Πατήστε στη δεξιά στήλη, στα εξώφυλλα, για να διαβάστε τo κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί όλα τα άρθρα και πολύ περισσότερο τα άρθρα του αείμνηστου «Δισολύμπιου»

που ήταν γραμμένα σε πολυτονικό.

12o ΤΕΥΧΟΣ

ΠΟΣΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ;


Οι γιορτές έφτασαν. Καλούμαστε όλοι μας να αναζωπυρώσουμε το χρώμα του μανδύα, που θα ¨ντύσει¨ τον καινούριο ημερολογιακό χρόνο που είναι προ των πυλών.

Οι ευχές όμως για ειρήνη, ευτυχία και αγάπη που ανταλλάσσονται αυτές τις μέρες μεταξύ μας, επειδή λέγονται από συνήθεια, δυστυχώς ακούγονται τόσο ξένες, τόσο επιπόλαιες, τόσο γελοίες.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας και δούμε τι μας προσφέρει σήμερα ο σύγχρονος τεχνοκρατικός πολιτισμός θα δούμε ότι κατά βάθος είμαστε ένα ναυάγιο σ΄ ένα πέλαγος – συνοθύλευμα από εικόνες, λέξεις, υποσχέσεις, σ΄ ένα πέλαγος μικροσυμφερόντων και προ παντός απαιδευσιάς.

Άραγε, πόσοι κοκκινίζουμε από ντροπή ακούγοντας ότι στον ύψιστο τεχνικό πολιτισμό του σήμερα, εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από ασιτία και έλλειψη φαρμάκων; Τι νοιώθουμε, βλέποντας ή διαβάζοντας τους πολεμοχαρείς δημοσιογραφίσκους να κομπορρημονούν για τις νίκες (ανά της υφηλίου) των Αμερικανών; Πόσοι γυρίζουμε να κοιτάξουμε τα παιδιά μας με δέος όταν ακούμε για χιλιάδες σκοτωμένους σε ¨ανθρωπιστικούς¨ πολέμους;

Κατά βάθος νοιώθουμε μέσα μας μια απέχθεια την οποία όμως δεν είμαστε ικανοί να διοχετεύσουμε δημιουργικά. Να βρούμε το νόημα, τη σύνεση, τη σωφροσύνη, την απλή λογική.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Να ζήσουμε ποιητικά, να ξεφύγουμε από την πεζότητα λοιδορώντας την, να μυηθούμε στην αμφισβήτηση, την κριτική, την αντίσταση κι αν χρειαστεί στην όποια μορφή εξέγερσης.

Και μη πείτε ότι είμαι απαισιόδοξος.

Βλέπω γύρω μου πως καταντήσαν τον κόσμο οι ΄΄αισιόδοξοι΄΄ και μ΄ έκαναν να ντρέπομαι που κανείς δεν ντρέπεται.

-------------------------------------------------------------------------------

"ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ"

Δίμηνη κατάθεση

λόγου, αντιλόγου, σκέψεων, ανησυχιών και προβληματισμών.

Θέματα : περιβάλλον, παιδεία, πολιτισμός, ιστορία, τέχνη,

Ελληνισμός…. και όχι μόνο.

Η παρούσα εκδοτική προσπάθεια είναι μια απο τις δραστηριότητες του υπό

ίδρυση Σωματείου :"Ιδεοδρόμιον"

Υπεύθυνος έκδοσης : Γιώργος Σφυρής

ηλεκτρονική διεύθυνση : sfiris1@otenet.gr

Τηλέφωνο και τηλεoμοιότυπο (Fax) : 23920 44287

για άρθρα, προτάσεις, παρατηρήσεις, κακίες, συνδρομές και διαφημίσεις

(σημ.: Δε δεχόμαστε μυνήσεις)

Σημείωση : τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν

μόνο την άποψη του υπογράφοντα.

Μόνιμοι Συνεργάτες :

1) Γιάννης Μπονοβόλιας 2) Αντώνης Παρταλιός 3) Στέλιος Σατραζάνης

5) Χρήστος Χριστοφόρης 6) Γιώργος Μαρδάς 7) Θωμάς Πάτσου

8) Χρήστος Παπαχρήστος
Επιμέλεια κειμένων : Αγγέλη Φρειδερίκη (εκπαιδευτικός)


-------------------------------------------------------------------------------


Η φύση έχει βάλει τα δυνατά της να παίξει σαν μουσική μαγική. Αν μένει μια αίσθηση δέους μπροστά στο μεγαλείο της, είναι που τα λόγια δε φτάνουν να περιγράψεις την ομορφιά. Αμήχανα, απλώς ατενίζεις. Κι ακόμα καλύτερα, τη ζεις.

-------------------------------------------------------------------------------

ΛΥΘΗΚΕ ΤΟ ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΩΜΗΣ ;

¨Αίθουσες και γραφεία ακόμη …και στα κλιμακοστάσια’’.

Μ΄ αυτόν τον τίτλο ο Αγγελιοφόρος στις 11 Σεπτεμβρίου, έκανε ένα εκτεταμένο ρεπορτάζ για τα προβλήματα στέγης που αντιμετωπίζουν τα σχολεία της επαρχίας του νομού Θεσσαλονίκης.

Οι Δήμοι Αγίου Γεωργίου, Αρέθουσας, Βασιλικών, Εγνατίας, Θερμαϊκού, Καλιθέας,Καλλινδοίων, Μηχανιώνας, Μίκρας, Βερτίσκου, Κορώνειας, Απολλωνίας δηλώνουν ότι έχουν σοβαρές ελλείψεις σε αίθουσες και μόνο οι Δήμοι Επανωμής, Κουφαλίων και Θέρμης έχουν λυμένα τα προβλήματά τους. Και μπορεί η Θέρμη να μην έχει πράγματι πρόβλημα με τα πολλά και καινούρια της σχολεία αλλά είναι δυνατόν και η Επανωμή να είναι χωρίς κτιριακό πρόβλημα;

¨Ανακανίστηκαν τα παλιά σχολεία΄΄ ¨εκτιμά΄΄ ο αρμόδιος αντιδήμαρχός μας. Μήπως πρέπει να ξαναπεράσει από το 1ο Δημοτικό για να αναθεωρήσει την έκφρασή του ¨ακόμα και το 1ο – που χτίστηκε το 1921 – έχει πλήρως ανακαινιστεί΄΄;

Μήπως πιο αρμόδιοι για τις παρατηρήσεις αυτές είναι οι ίδιοι οι διευθυντές των σχολείων που πράγματι βιώνουν καθημερινά το παραμικρό πρόβλημα.

Ευτυχώς που κατανοεί την ανάγκη προσθήκης οχτώ αιθουσών στο Γυμνάσιο – Λύκειο αλλά για φέτος δε χρειάζονται. ¨…διαφορετικά την επόμενη σχολική χρονιά δε θα μπορέσουμε να στεγάσουμε τους μαθητές΄΄.

Αλλά όπως λέει και ο ΄΄Επανωμίτης΄΄ στο προηγούμενο Ιδεοδρόμιο, από τότε που ανακαλύψαμε τη γυψοσανίδα λύσαμε το πρόβλημα του αριθμού των αιθουσών


-------------------------------------------------------------------------------

ΟΙΝΟΣ : ΄΄Στέλνει ψηλά, πολύ ψηλά τις σκέψεις των ανθρώπων΄΄


Οίνος υλικό ηδονικό και προαιώνιο δεμένο με τον τόπο μας και τους ανθρώπους του. Τμήμα της καθημερινής διατροφής του μαζί με το ψωμί και το λάδι μέχρι πριν λίγα χρόνια. Οίνος, είτε ως υλικό λατρείας είτε ως βάση για φάρμακα είτε ως ποτό που συνοδεύει το φαγητό, υπήρξε ανέκαθεν ένα στοιχείο του πολιτισμού μας.

Το πολύτιμο γέννημα της αμπέλου νωρίς θα χρησιμοποιηθεί στην φαρμακευτική πράξη. Γνωστό συστατικό των ιατρικών σκευασμάτων στους Αιγύπτιους και Μεσοποτάμιους αλλά και κάποιες λογιστικές καταγραφές από τα ανάκτορα της Κνωσού, της Πύλου και των Μυκηνών, έρχονται να επιβεβαιώσουν την παρουσία οίνου στις μυρεψικές ιατρικές διεργασίες. Την παράδοση των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων θα συγκεφαλαιώσει ο σοφός Διοσκουρίδης ο οποίος καταγράφει τεράστια ποικιλία ιατρικών οίνων. Έτσι θα φτάσουμε με το πέρασμα των αιώνων, σήμερα, στην κωδικοποίηση των ιατρικών οίνων για τη χρησιμοποίησή τους από την ιατρική και τη φαρμακευτική.

Αντιφατικότητα, πολλαπλότητα και πολυσημία είναι τα άλλα γνωρίσματα του οίνου και της οινοποσίας και η μόνη μέθοδος να τα συνδέσουμε σε ένα κατανοητό όλον είναι να θυμηθούμε τη μυστηριώδη καταγωγή του. Είναι λοιπόν το εξωτικό και μαγικό δώρο ενός σαγηνευτικού, βίαιου και παράξενου θεού που εισέβαλλε προ αμνημονεύτων χρόνων στην Ελλάδα και αναστάτωσε τα πάντα. Έτσι, ο Διόνυσος που στην αρχή εμφανίστηκε ως θεός των σκοτεινών εξάρσεων, των μιαρών ιερουργιών και της ωμοφαγίας – και συνεπώς ως θεός της βαρβαρότητας, της αταξίας, των οργίων και της κραιπάλης, σύντομα μεταμορφώθηκε σ΄ ένα θεό του πολιτισμού πλήρως ενσωματωμένο στο λατρευτικό και κοινωνικό σύστημα της Αρχαίας Ελλάδας.

Αντίστοιχη με την πορεία αυτή υπήρξε και η εξέλιξη του οίνου και της οινοποσίας. Η γενίκευση της λατρείας του Διόνυσου, έφερε και τη γενίκευση της κατανάλωσης του οίνου κι έτσι το κρασί από ποτό της αταξίας, της βαρβαρότητας και του κοινωνικού περιθωρίου μεταμορφώθηκε σε θεσμικό και κοινόχρηστο ποτό που θεωρήθηκε ότι προήγε την κοινωνικότητα, ευνοούσε την πνευματικότητα και ενίσχυε την κοινωνική συνοχή. Και όλα αυτά επιτυγχάνονταν στην αρχαία Ελλάδα δια της μέθης!!!

Όσο καιρό ο οίνος διατηρούσε την ιερότητά του ή τουλάχιστον συνέχιζε να παραπέμπει στην ανάμνηση της ιερής καταγωγής του, όλα τα αντιφατικά στοιχεία της οινοποσίας συνυπήρχαν αρμονικά και συγκροτούσαν το ΄΄σώμα΄΄ μιας κοινωνικής πρακτικής απολύτως αποδεκτής από την κοινωνία. Όταν όμως ο οίνος έχασε τη θεϊκή του νομιμοποίηση, ακολουθώντας την εξέλιξη των κοινωνιών που απέβαλαν οτιδήποτε παρέπεμπε στη μαγεία ή την ιερότητα, εξέπεσε και μεταμορφώθηκε σε ένα εκκοσμικευμένο ποτό. Σιγά – σιγά το κρασί αποσυνδέθηκε από τη μέθη η οποία απετέλεσε ΄΄προνόμιο΄΄ των περιθωριακών. Και η οινοποσία παρέμεινε ηθικά αποδεκτή μόνο εφ΄ όσον συντελούσε στη δημιουργία καταστάσεων ήπιας εντάσεως που δεν υπερέβαιναν τα όρια της κοσμικότητας, της απόλυτης ευπρέπειας και των καλών τρόπων.

Η εκκοσμίκευση του κρασιού οδήγησε τελικά στις μέρες μας, στον πλήρη εξορθολογισμό της οινοποσίας. Ένα νέο δόγμα εμφανίστηκε και επικαλούμενο την εντυπωσιακή πράγματι πρόοδο στην ποιότητα των κρασιών, διακήρυξε ότι εκείνο που προέχει στην εποχή μας είναι η απόλαυση των αρωματικών και γευστικών αρετών του κρασιού. Έτσι το κρασί λόγω της τεχνικής του αρτιότητας δικαιούται να αποβάλει τον υπηρετικό του ρόλο, να σταματήσει να είναι το μέσον για τη δημιουργία ευφορίας και τη διάχυσή της μέσα στη συντροφιά και την κοινωνικότητα και να αποτελέσει αξία καθ΄ εαυτή. Με άλλα λόγια, αυτά που μέχρι σήμερα ξέραμε για το κρασάκι μας που μας έκανε να ξεδίνουμε, να ανταμώνουμε, να ερχόμαστε στο κέφι μαζί με την παρέα μας, πάνε, τελειώσαν.

Αυτό ήταν : Από τον Διόνυσο και τις Μαινάδες του, από τους ΄΄θιάσους΄΄ των μεθυσμένων ανδρών, καταλήξαμε στους βλοσυρούς οινοπότες – γευσιγνώστες της εποχής μας. Σ΄ εκείνους, που ακολουθώντας μια άλλης τάξεως τελετουργία, αφοσιώνονται σιωπηλοί και ατάραχοι στη θέα ενός ποτηριού, ανακινούν έπειτα περιστροφικά το περιεχόμενό του, βυθίζουν στη συνέχεια τη μύτη τους μέσα στο ποτήρι και μετά με αργές κινήσεις βρέχουν διακριτικά το στόμα τους με λίγες σταγόνες κρασιού. Για να αποφανθούν στο τέλος, με ένα στοχαστικό ύφος περί των αρωμάτων και των γεύσεών του, περί των αρετών και των ελαττωμάτων του.

Έρχεται έτσι το ερώτημα : τι μας προσφέρει σήμερα το κρασί;

Διατυπώνοντας την προσωπική μου άποψη θα έλεγα ότι αφού πρώτα μυηθείτε στα μυστικά του κρασιού, πιείτε με τα μάτια, με το κεφάλι, με τη φαντασία και με τις προκαταλήψεις σας. Αφήστε ελεύθερη τη φαντασία και τις φαντασιώσεις σας, τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες σας και χαρείτε το κρασί μεθώντας με τις αισθήσεις σας ή απλώς μεθώντας. Με τον τρόπο αυτό πολύ πιθανόν να ξαναβρείτε και τα ίχνη του Διόνυσου!!!

Καλοξόδευτη η καινούρια σοδειά.

Χρήστος Ε. Χριστοφόρης.


-------------------------------------------------------------------------------

ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΚΛΗ ΟΙ ΚΕΡΑΤΑΔΕΣ

***

Εκείνη την ημέρα, που ήχησε η καμπάνα πένθιμα, κάποια στιγμή πολλοί, κυρίως οι «παλιοί», και δίκαια βεβαίως(!) - αφού κάπου εκεί ανάμεσα έθεταν και τη δική τους τη… σειρά! - σωστά αναρωτήθηκαν:

-Ποιος, άραγε;

-Ο μπάρμπα-Φώτης!… Είπε άχρωμα κάποια φωνή.

Και το χωριό ολάκερο, σαν μία σκέψη μόνη, έστειλε τις σκέψεις όλων τους πάνω ψηλά στα νέφη… Εκεί όπου το «άυλο» μονάχα αρμενίζει κι απαξιοί να δει την «ύλη» που είναι παρακάτω… Και έστειλαν όλοι τους ματιές απόμακρες, πίσω στα περασμένα χρόνια… Και στάθηκαν τα μάτια τους - ορθάνοιχτα σου λέω! - πάνω στον τόπο τον Ελληνικό, που τον επάτησαν πρωταρχικά οι Δωριείς, οι Αχαιοί, Ίωνες, Μακεδόνες, Θράκες και φτιάξανε το ξακουστό το «κράμα», εκείνο το θαυμάσιο το Πλήθος το Ελληνικό… Όπου διέλυσε παγκόσμια τα ζοφερά πνευματικά σκοτάδια, κι ετοποθέτησε πάνω στη θέση τους, με σύνεση και λογική, λαμπάδες φωσφορίζουσες με την πολεμική του Αλεξάνδρου τέχνη, την Αριστοτελική παντογνωσία και τη Πλατωνική βαθιά φιλοσοφία… Και είδαν!...

Και είδανε τους «απελέκητους», εκείνους τους… «πολιτισμένους!» Κέλτες να ποδοστατούν απάνω στον πανάρχαιο Ελληνικό πολιτισμό, αφού νωρίτερα Ρωμαίοι, Βυζαντινοί και Τούρκοι, τον είχαν κομματιάσει… Και, δίχως ίχνος πολιτισμικής ευθύνης κι ευθιξίας… Και με την αρωγή όλων εκείνων των «τραγικών!» ομοεθνών μας, που είχανε - το δίχως άλλο - «κάπου» να δώσουν λόγο για τη συνεργασία τους με τους αισχρούς κι απάνθρωπους - άκου! - «Αρείους» της Ευρώπης…Διαίρεσαν τους Έλληνες με μία μονοκοντυλιά μονάχα - αλίμονο!... - σε δυο κατηγορίες… Και μακαρίως – πάνω σ’ ετούτες τις ψυχές – εκείνοι εβασίλεψαν!...

Και στη μια μεριά εβάλανε τον άμοιρο το Μπάρμπα-Φώτη!...

Και τούπανε:

-Εσύ… Εσ’ είσαι ένας «ΜΑΗΣ»!...

-Εγώ… Εγώ είμ’ ένας «ΜΑΗΣ»; Και τι θα πει αυτό;

Καμιάν όμως εξήγηση πάνω σ’ αυτό δεν τούδωκαν… Τούδωκαν όμως ένα όπλο… Και τούπανε απλά:

-Αυτό εδώ είν’ ένα όπλο… Όπλο Αγγλικό!… Και είναι τιμή για σένανε που το κρατάς στα χέρια!... Γι’ αυτό, θα το γυαλίζεις καθημερινά πολύ-πολύ προσεκτικά, μη λάχει και σκουριάσει… Και θα τραβάς το κάθε σούρουπο στην άκρη του χωριού… Εκεί σιμά στα χαρακώματα… Και θα φυλάγεις το χωριό, με τους άλλους μαζί τους «ΜΑΗΔΕΣ», μην τύχει και βάλουνε τα βρωμερά ποδάρια τους μέσα σ’ αυτό οι «κατσαμπλιάδες»!...

Και η καμπάνα χτύπησε πένθιμα ξανά… Και στο προαύλιο του σπιτιού του μπάρμπα-Φώτη μαζεύτηκαν όλοι - μα όλοι! - οι συγχωριανοί… Και φτιάξανε πρόχειρα τα ντόπια «πηγαδάκια»… Και οι «κουβάδες» όλων τους έβγαζαν μέσα απ’ αυτά νερό, που είχε την ίδια γεύση πάντα: Ήτανε γλυφό. Πολύ «γλυφό», σου λέω… Μα όλοι τους αγόγγυστα το «πίνανε»!... Το «πίνανε» αργά-αργά με δακρυσμένα μάτια… Να… Περίπου έτσι:

-Θαρρώ, πως ήτανε Δεκέμβρης…

-Όχι… Γενάρης ήτανε…

Άναψα με σεβασμό ένα κερί και στάθηκα βουβός εκεί κοντά σε μια γωνιά, ακούγοντας τα ψιθυρίσματα, που όλα αναφέρονταν στην εποχή εκείνη και στη συγκεκριμένη εκείνη νύχτα του Δεκέμβρη ή του Γενάρη - ποια σημασία τάχα έχει; - και έφερε η μνήμη μου τη σιγανή φωνή του μπάρμπα-Φώτη ολοζώντανη σιμά μου, όταν εκείνο το απομεσήμερο, κάτω απ’ τη γέρικη ελιά, μου διηγήθηκε την ιστορία όλη:

«-Ήτανε μια νύχτα του Δεκέμβρη… Χριστούγεννα κοντά… Έβρεχε ασταμάτητα και χιόνιζε συνάμα όλες τις τελευταίες μέρες… Είχα κρυώσει άγαρμπα και έβηχα πολύ… Μα είχα την ευθύνη, με το Εγγλέζικο το όπλο, σαν «ΜΑΗΣ» πούμουνα, να προστατέψω το χωριό απ΄ τους άρπαγες τους «κατσαμπλιάδες»… Γι΄ αυτό και βρέθηκα να τρέμω από την παγωνιά, μέσα στα βρώμικα λασπόνερα και στα μισολυωμένα χιόνια, που είχανε τα χαρακώματα γιομίσει… Κι΄ εκεί που είχανε τελείως παραλύσει τα πάνω και κάτω άκρα μου, αρχίνησε η εισβολή των ανταρτών απ’ τη δική μας τη βορινή πλευρά… Οι σφαίρες οι δικές μας φεύγανε αδέσποτες προς τη δική τους τη μεριά. Μα οι δικές τους, συστημένες, επισκέπτονταν και χώνονταν μες στις δικές μας σάρκες!… Και όταν η «ζωντανή» φρουρά σημαντικά λιγόστεψε, ακούστηκε μακάβρια - όσο ποτέ! - του αρχηγού μας η φωνή:

»-Απαρατήστε όπλα και νεκρούς και όποιος μπορέσει το τομάρι του να σώσει, δίχως κανένα δισταγμό, αμέσως ας το κάνει…

» Μας είπανε να φύγουμε!... Και το… Εγγλέζικο το όπλο; Εκείνο που το γυάλιζα τόσον καιρό; Να το άφηνα εκεί; Μα και εξάλλου… Πού τάχα θα μπορούσαμε να πάμε; Όλο το χωριό - με μιας - είχε γιομίσει από τους «κατσαμπλιάδες», που δε δίσταζαν ούτε στιγμή να ρίχνουνε σε ό,τι ύποπτο κινούνταν. Φτάνω στου Αϊ-Μηνά το ακάντυλο ξωκλήσι. «-Μπα!... Εδώ στα σίγουρα θα ψάξουνε…», μονάχος εψιθύρισα και πήρα τον κατήφορο σκυμμένος, φράχτη-φράχτη, ώσπου διέκρινα κάποιες σκιές απ’ τη γωνιά να βγαίνουν… «Αντάρτες!…» συλλογίστηκα κι αμέσως, μες από μια τρύπα της περίφραξης που είχανε ανοίξει τα σκυλιά, εχώθηκα κι εγώ κι’ εβρέθηκα απρόσμενα να είμαι μέσα στην αυλή του γείτονά μου του καλού, του μπάρμπα-Χρήστου… Αν χτύπαγα την πόρτα του εκείνη τη στιγμή, σαφώς και δε θα μ’ άνοιγε… Γι΄ αυτό κι εγώ προτίμησα να κάνω κάτι άλλο… Να συντροφέψω εκείνη την παγερή νυχτιά, μέσα στο λασπωμένο του κουμάσι, του μπάρμπα-Χρήστου το γουρούνι…»

Είχε πιαστεί το γόνατό μου, έτσι που ήμουν καθισμένος, μα δεν τολμούσα να σαλέψω ο άμοιρος μόνο και μόνο… Μοναχά γιατί δεν ήθελα να σταματήσει να μιλά ο Άνθρωπος αυτός… Αυτός ο μπάρμπα-Φώτης!...

«…Κι εχώθηκα, που λες, μια κι ήμουνα βρεγμένος, ως το κόκαλο, μέσα σ΄ εκείνο το στενό… Το βρώμικο κουμάσι!... Κι ευθύς αισθάνθηκα το ξαφνιασμένο - απ’ τη δική μου παρουσία - ζώο, με τη μουσούδα του να με τσιγκλά κι από το ρύγχος του να βγάζει γρυλισμούς, που έδειχναν, πως ενοχλήθηκε πολύ… Μα, ωστόσο, η ζεστή του η ανάσα, που έμοιαζε με ίχνη από σπιτίσια θαλπωρή, με έκανε να αγνοώ το όλο… περιβάλλον…»

Σταμάτησε ξανά ο μπάρμπα-Φώτης να μιλά κι εγώ εβρήκα ευκαιρία σπάνια, ν’ αλλάξω θέση στον αγκώνα μου, που είχα στηρίξει απάνω του το βάρος του σώματός μου όλου.

«-Επέρασαν, λοιπόν, ώρες πολλές, που εμείς τα δυο τ΄ ανόμοια - εγώ και το γουρούνι - αναμοχλεύαμε, του κουμασιού το βούρκο, ώσπου κάποια στιγμή ακούστηκε ανάλαφρος βηματισμός εκεί κοντά μας να σιμώνει… Κι’ εθάρρεψα ο έρημος, πως ο μπάρμπα-Χρήστος, ακούγοντας ναν’ ανήσυχο όλη τη νύχτα το άμοιρο γουρούνι, εθέλησε νωρίς-νωρίς να βγει, τροφή για να του δώσει, πιστεύοντας, πως έτσι απλά θα καταλάγιαζε του ζώου την ανησυχία… Γι’ αυτό, μα και για να μη τρομάξει ο άνθρωπος, βλέποντας, μες στο κουμάσι του, αντάμα με το ζωντανό, να βρίσκομαι κι εγώ, αργά-αργά γονατιστός από το βούρκο βγήκα και, με τη φωνή μου χαμηλή, ήρεμα του είπα καθησυχαστικά:

»-Μπάρμπα-Χρήστο, μην τρομάξεις… Εγώ… Ο Φώτης είμαι…

»Και τότε, από τα χέρια του ανθρώπου, που νόμιζα πως ήτανε αυτός ο μπάρμπα-Χρήστος, η κάνη κάποιου όπλου εσηκώθηκε κι ακούμπησε πιεστικά στο στήθος μου απάνω, ενώ την ίδια ώρα μια άγρια φωνή:

»-Ψηλά τα χέρια, γιατί στην άναψα…

»Ηχούσε σιγανά, μα έδειχνε πως δεν αστειεύονταν καθόλου… Κι εγώ εσήκωσα ψηλά τα χέρια μου και όταν ο άλλος είπε:

»-Γύρνα πίσω και έμπα και πάλι μέσα…

»Έσκυψα ξανά και μπήκα στο κουμάσι… Και πίσω μου, έχοντας πάντα την κάνη του όπλου του χωμένη στα πλευρά μου, εχώθηκε μέσα εκεί κι ο «κατσαμπλιάς»… Στρωθήκαμε κι οι δυο μαζί μέσα στου κουμασιού το βούρκο και τρέμαμε κι οι δυο το ίδιο από το κρύο, μα κι από την αγωνία…

»-Γιατί εβρέθηκες μπροστά μου; Ε; Είπε αυστηρά ο άλλος. Τώρα, τι πρέπει εγώ να κάνω; Και η φωνή του πρόδιδε δίλημμα τρανό.

»-Μην το ψάχνεις, «φίλε», ψιθύρισα ανέλπιστα με θάρρος. Μόνο… ‘Ο,τι αποφάσισες να κάνεις… Κάντο όσο πιο γρήγορα μπορείς… Απλά για να τελειώνουμε...

»Για λίγη ώρα δε μίλησε κανένας… Ύστερα εκείνος ρώτησε:

»-Οικογένεια; Έχεις;

»-Έχω… Απάντησα αχνά.

»-Παιδιά;

»-Δυο…

»Μετά από λιγόλεπτη σιγή, εκείνος μονολόγησε:

»-Ρε, πού μας έχουνε στριμώξει οι ρουφιάνοι… Σε ποιο «λούκι» οι κερατάδες μας έχουνε χώσει άδικα και μας «σταυρώνουν» έτσι!…

»-Ξέρεις… Ο αδελφός μου είναι στο «βουνό», ψιθύρισα απλά μονάχα κάτι για να πω.

»Με κοίταζε ώρα πολύ, δίχως να μιλήσει. Ύστερα είπε… ένοχα:

»-Και ο δικός μου… Στη χωροφυλακή είναι χωμένος…

»Αυτό το άκουσμα μ΄ έκανε πολύ ν΄ ανατριχιάσω… Κι ύστερα από μια στιγμή μονάχα είπε το ίδιο σιγανά:

»-Για φαντάσου!... Θα μπορούσε, δηλαδή, τώρα δα στη θέση μου να είναι ο αδελφός σου!...

»-Ή στη δική μου θέση να είναι ο δικός σου!... ψιθύρισα κι εγώ.

Τότε έκανε μια κίνηση απότομη, που με ξάφνιασε πολύ: Χαμήλωσε το όπλο του, που μέχρι τότε εκείνο με σημάδευε στο στήθος, παραμέρισε λίγο απ’ του κουμασιού το έμπα και είπε με το κεφάλι του σκυφτό:

»- Έλα… Φύγε…

»-Τι; Είπα ξαφνιασμένος.

»-Τράβα στο σπίτι σου… Στα παιδιά… Και στη γυναίκα σου…

»Ξεκίνησα άναυδος - γιατί αυτό, από έναν… «κατσαμπλιά!» δεν το περίμενα ποτέ - να φύγω…Μα το μετάνιωσα κι αμέσως κοντοστάθηκα.

»-Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις; Είσαι μούσκεμα και λασπωμένος…

»-Εμένα… Άφησέ με να είμαι όπως είμαι… Εγώ για πουθενά δεν είμαι… Ώσπου αντέχω θα βολοδέρνω εδώ κι εκεί…

»Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα, πως και οι… «κατσαμπλιάδες» ήτανε άνθρωποι ολόιδιοι με μας!... Γι’ αυτό κι αδίστακτα του είπα:

»-Άκου… Το σπίτι μου είναι εδώ κοντά… Έλα ν’ αλλάξεις ρούχα, να ζεσταθείς λιγάκι και πριν χαράξει, αν θέλεις, φεύγεις…

»Τον είδα να διστάζει, γι’ αυτό συνέχισα:

»-Πες, βρε αδερφέ, πως είμ’ ο… αδελφός σου…»

Ο ήχος της καμπάνας, που ξαναχτύπησε θλιμμένα, μες στο «παρόν» με έφερε απότομα και πάλι και άκουσα τα «στόματα» όλο γι΄ αυτά να λένε:

-Ο μπάρμπα-Φώτης τον έκρυβε τον Ανδροκλή, όλον εκείνον τον καιρό κι όταν τα πράματα ησύχασαν τελείως, εκείνος «παραδόθηκε»…

-Ανάμεσά τους γίνηκε μια ξακουστή φιλία…

-Μα δεν είχανε οι άνθρωποι τίποτα να μοιράσουν…

-Ας όψονται όλοι οι ρουφιάνοι…

Τότε ακούστηκε μια δυνατή φωνή να συμπληρώνει:

-Κι οι κερατάδες όλοι!...

Τα μάτια όλων μας εγύρισαν να δούνε τον νεοφερμένο, που τα παραπάνω λόγια είπε… Κι’ ένα όνομα ακούστηκε όλοι τους να λένε:

-Ο Ανδροκλής!... Ο Ανδροκλής!...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΔΑΣ

-------------------------------------------------------------------------------


Ένας δρόμος Ταχείας Κυκλοφορίας (Μεσημέρι –Επανομή)

Μια συνεδρίαση Δημοτικού Συμβουλίου (Επανομής)

Μια ¨Επιτροπή¨(;;;) Κατοίκων (Μεσημέρι)

Η υπόθεση δεν είναι καινούργια. Καλά κρατεί εδώ και τέσσερα χρόνια. Το Ιστορικό απλό. Οι προθέσεις, οι σκοπιμότητες αδιευκρίνιστες έως μυστηριώδεις και ύποπτες. Τι ή ποιους εξυπηρετεί; Σε τι θα ωφεληθούν οι κάτοικοι του Μεσημερίου ή της Επανομής.

Η Νομαρχία προωθεί ένα «Μεγάλο» έργο. Ένα δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, που θα ενώσει το Μεσημέρι με την Επανομή. Συγγνώμη λάθος. Όχι με την Επανομή αλλά με το Μετόχι κι από κει με την παραλία της Επανομής. Δήμαρχος εκείνη την εποχή ο Α. Οικονομίδης. Το «Μεγάλο» έργο πάει να περάσει στη ζούλα. Αναρτάται το σχέδιο στο κοινοτικό κατάστημα αφού έχει περάσει η προθεσμία υποβολής ενστάσεων (τυχαίο;). Με πρωτοβουλία του τοπικού Παραρτήματος της Περιβαλλοντικής Κίνησης ¨Κρουσίδα Γη¨ και άλλων κατοίκων του χωριού οργανώνεται συγκέντρωση των κατοίκων και μετά από γόνιμη συζήτηση μαζεύονται υπογραφές, πάνω από 300, για να μη γίνει ο δρόμος.

Γιατί να μη γίνει; Θα ρωτήσει κάποιος. Τους χαρίζουνε γάιδαρο και τον κοιτάνε στα δόντια; Είναι καθυστερημένοι οι Μεσημεριώτες και δεν θέλουν την πρόοδο; Τίποτα απ΄ όλ΄ αυτά δεν συμβαίνει.

Απλά, πολύ απλά ο δρόμος αυτός :

c Κόβει το χωριό στη μέση. Καταστρέφει τον οικονομικό και κοινωνικό του ιστό.

c Περιορίζει αντικειμενικά την οικιστική ανάπτυξη του χωριού στην βορειοδυτική του πλευρά

c Σπρώχνει τον επισκέπτη ή τον διερχόμενο αλλά και του κατοίκους της άλλης πλευράς προς την Επανομή και τις παραλίες της

c Είναι επικίνδυνος, εγκληματικός, από τον σχεδιασμό του ακόμα, αφού δεν προβλέπονται παρόδιες εγκαταστάσεις. Αυτό σημαίνει ή ότι τα αγροτικά μηχανήματα (τρακτέρ, Θεριζοαλωνιστικές, κλπ) δεν θα έχουν πρόσβαση στα χωράφια της Νοτιοδυτικής πλευράς, ή, ότι θα κινούνται οι αγρότες στην Δεξιά πλευρά του δρόμου (έτσι είπε κάποιος πολύξερος μελετητής) και θα υπάρχουν και αριστερές στροφές σε διάφορα σημεία. Σκεφτείτε σ΄ ένα δρόμο ταχείας κυκλοφορίας δηλαδή με όριο ταχύτητας 120 χιλιόμετρα την ώρα, να κινούνται δυό τρεις θεριζοαλωνιστικές με τα σιλό και πέντε έξι τρακτέρ με 30-40 χιλιόμετρα ταχύτητα και που κάθε τόσο θα παίρνουν και μια αριστερή στροφή. Έγκλημα. Φόνος εκ προθέσεως και εκ (προ)μελέτης.

c Κατ΄ ουσία κλείνει – μπαζώνει την φυσική ρεματιά που διασχίζει το χωριό, στο σημείο που την συναντά με ανυπολόγιστες συνέπειες για το περιβάλλον του χωριού, το μικροκλίμα και τον εξαερισμό του.

c Επιβαρύνει με ρύπους την περιοχή (καυσαέρια – ηχορύπανση) αφού σύμφωνα με τη μελέτη θα περνούν απ΄ αυτόν 3800 αυτοκίνητα και φορτηγά ημερησίως.

c Καθιστά αδύνατη την πρόσβαση προς την Επανομή και τις παραλίες με άλλα μέσα πλην (περίπατος, ποδήλατο κλπ) του αυτοκίνητου.

c Ο ανατολικός κόμβος γινόταν μέσα στο χωράφι του σχολείου, ενώ ο δρόμος περνούσε μέσα από οικόπεδα (με βάση Νομαρχιακή απόφαση), αλλά και μέσα από σπίτια.

Με εκφρασμένη την αντίθεση της μεγάλης πλειοψηφίας του χωριού και εξαιτίας σοβαρών ελλείψεων στην αρχική μελέτη, απόκρυψη και διαστρέβλωση των δεδομένων, η πρώτη μελέτη ακυρώνεται από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας..

Οι ίδιοι μελετητές όμως, θα επανέλθουν ένα χρόνο μετά, με το ίδιο πάνω κάτω σχέδιο, προσέχοντας αυτή τη φορά να μην επαναλάβουν τα ίδια χονδροειδή λάθη. Μια ελαφριά μετατόπιση του ανατολικού κόμβου, ώστε να μη θίγεται το χωράφι του Σχολείου, μια ελαφριά αύξηση της περιμέτρου, ώστε να μη περνά μέσα από σπίτια και οικόπεδα. Δηλαδή, μια απ΄ τα ίδια σε βελτιωμένη έκδοση.

Κι ενώ συμβαίνουν αυτά ένα δεύτερο παρασκήνιο βρίσκεται σε εξέλιξη. Μυστικές διαβουλεύσεις των μελετητών με κάποιους Δημοτικούς και Νομαρχιακούς Άρχοντες, κάποιους κατοίκους, κάποιους ιδιοκτήτες οικοπέδων και αγροτεμαχίων. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΚΛΗΘΕΙ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ Ο ΕΚΛΕΓΜΕΝΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ !!

Την Πέμπτη 18-11-2004 συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Επανομής. Ένα από τα θέματά του είναι κι ο δρόμος ταχείας κυκλοφορίας Μεσημερίου Επανομής. Μ΄ ένα περίεργο τρόπο συμπολίτευση κι αντιπολίτευση συμφωνούν. Το «μεγάλο» έργο πρέπει να γίνει. Αγαστή σύμπνοια. Οι Δημοτικοί Σύμβουλοι απ΄ το Μεσημέρι δεν λένε κουβέντα. Μόνο ο πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου εκφράζει την αντίθεση του στην κατασκευή αυτού του τερατουργήματος. Άλλωστε υπάρχει και απόφαση του Τοπικού Συμβουλίου γι αυτό. Εκεί εμφανίζεται και μια ομάδα «κατοίκων» απ΄ το Μεσημέρι., που πρόλαβε εγκαίρως ειδοποιημένη, να ζητήσει και να πάρει το λόγο και να πει τι; Ότι και αυτοί θέλουν να γίνει το έργο, αλλά να, ας μην θίξει τα δικά τους συμφέροντα. Μια πιθαμή μακριά απ΄ τον κ………… μας κι όπου θέλει ας είναι. Κι ο εκπρόσωπός τους φρόντισε να εντοπίσει μόνο σ΄ αυτή την περιοχή, στα λίγα στρεματάκια που κατέχουν, την οικιστική ανάπτυξη του χωριού και την ομορφιά του τοπίου. Τι μετριοφροσύνη! Εδώ συγχωριανοί παίζονται παιγνίδια στις πλάτες μας. Παίζονται συμφέροντα, οικονομικά και άλλα. Εδώ δοκιμάζονται κι οι προεκλογικές εξαγγελίες. Η ειλικρίνεια κι ανειλικρίνεια κάποιων.

Και μιας και κάποιοι έθεσαν ζήτημα συμφερόντων, ας μιλήσουμε για συμφέροντα. Όχι για ιδιωτικά μικροσυμφέροντα, ή, προσωπικές πολιτικές βλέψεις κι ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Όχι!

c Ας μιλήσουμε για την πραγματικότητα των συμφερόντων της μεγάλης πλειοψηφίας των κατοίκων του χωριού, που είναι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες, εργάτες, μισθωτοί, μικροεπαγγελματίες και θέλουν να πηγαίνουν στα χωράφια τους και στις δουλειές τους με ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύουν να πολτοποιηθούν από τις Μερσεντές που θα τρέχουν την «ασύλληπτη» διαδρομή των 9 χιλιομέτρων με 220.

c Για τα συμφέροντα αυτών που θέλουν ένα πεζοδρόμιο για να μπορούν τα παιδιά τους με σχετική ασφάλεια να πηγαίνουν στο σχολειό τους, σε σχέση μ΄ αυτούς που θέλουν να χτίσουν ακόμα και το δρόμο, αφού τα δικά τους παιδιά τα περιμένει το πούλμαν του ιδιωτικού σχολείου που πηγαίνουν.

c Για τα συμφέροντα αυτών που θέλουν μια ποιότητα ζωής διαφορετική απ΄ αυτήν των τερατουπόλεων σε σχέση με τα συμφέροντα αυτών που το όραμα τους είναι να μετατρέψουν σε τερατουπόλεις κάθε άκτιστη πιθαμή της υπαίθρου.

c Για τα συμφέροντα των μικροεπαγγελματιών του χωριού μας, αλλά και της Επανομής σε σχέση με τα συμφέροντα των μεγαλοξενοδόχων που βλέπουν την παραλία της Επανομής σαν ένα καλοψημένο φιλέτο για να την καταβροχθίσουν.

c Για τα συμφέροντα του αγρότη, που θέλει να αξιοποιηθούν τα χωράφια του σ΄ όποιο σημείο του χωριού και αν βρίσκονται σε σχέση με τα συμφέροντα των κερδοσκόπων που θέλουν να αξιοποιούνται και να απαξιώνονται περιοχές κατά τα συμφέροντα τους. Και ας αποφασίσει κανείς που βρίσκεται το δικό του συμφέρον.

Εμείς επιμένουμε. Ότι αυτός ο δρόμος δεν πρέπει να γίνει γιατί δεν εξυπηρετεί σε τίποτα του κατοίκους της περιοχής ούτε καν του κατοίκους της Επανομής. Σίγουρα ο δρόμος που υπάρχει και συνδέει το Μεσημέρι με την Επανομή χρειάζεται βελτίωση, ώστε να γίνει πιο ασφαλής κι ακόμα ακόμα χρειάζεται κι ένας περιφερειακός δρόμος κυρίως για τα φορτηγά αλλά και τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Όχι όμως δρόμος ταχείας κυκλοφορίας και μάλιστα χωρίς τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας. Χρειάζεται ένας ασφαλής δρόμος ήπιας κυκλοφορίας, που μπορεί να γίνει είτε με βελτίωση αυτού που υπάρχει, είτε πάνω στην παλιά χάραξη, απ΄ τον κόμβο του Κ. Σχολαρίου. Επιχειρήματα του τύπου: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν χρηματοδοτεί παρά μόνο δρόμους ταχείας κυκλοφορίας ή στην παλιά χάραξη δεν αφήνει η Αρχαιολογική Υπηρεσία να γίνει δρόμος είναι αστεία. Πρώτο, γιατί αδιάφορα απ΄ το τι χρηματοδοτεί η ΕΕ, είναι υποχρέωση του Ελληνικού κράτους να φροντίζει για την μετακίνηση μας, να κατασκευάζει δρόμους γεφύρια κι ότι άλλο απαιτείται. Δεύτερο, όσοι έχουμε ταξιδέψει στην Εγνατία οδό και την παραεγνατία έχουν διαπιστώσει με τα ίδια τους τα μάτια την ταχύτητα με την οποία η αρχαιολογική υπηρεσία ξέθαβε, ξεχώριζε και ξανά παράχωνε του αρχαιολογικούς θησαυρούς, με τους οποίους είναι γεμάτη όλη η χώρα, σε μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων. Παράδες χρειάζονται και μόνο. Να βρουν και δουλειά οι χιλιάδες άνεργοι αρχαιολόγοι.

Αμμανατίδου Λίτσα, Ζερβουδάκης Δημήτρης, Πασχαλίδης Σάββας, Πλουμής Ανδρέας, Χατζημανώλη Μαρία.

-------------------------------------------------------------------------------

Ευχαριστούμε τον Χρήστο Κωνσταντιλάκη για την ευγενική κατ’ επανάληψη οικονομική και ηθική συμπαράστασή του. Επίσης τον Δημήτρη Γεροβασιλείου που από παραδρομή δεν αναφέραμε στο προηγούμενο τεύχος, τον Πασχάλη Ντόκα, και όλους όσους αγόρασαν το συλλεκτικό 1ο τεύχος.


-------------------------------------------------------------------------------

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ

Από τότε που ο άνθρωπος εγκατέλειψε την Εδέμ, ξεκίνησε ένα μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι περιπλάνησης από ανθρώπους, φυλές, λαούς. Με το διωγμό του 1922, όμως, άρχισε αυτό που θεωρείται το πιο μακρύ οδοιπορικό στην ιστορία. Δυο εκατομμύρια χριστιανοί και μουσουλμάνοι εξαναγκάστηκαν σε μια μεγάλη μετακίνηση που πήρε τη μορφή ΄΄διακανονισμού ανταλλαγής΄΄ φυλετικών μειονοτήτων, σύμφωνα με ειδικούς όρους και την επίβλεψη της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι Έλληνες του εσωτερικού της Μικράς Ασίας – απόγονοι ανήσυχων πνευμάτων που ακολούθησαν τον Μεγαλέξανδρο στις εκστρατείες του στην Ασία πριν από δυο χιλιάδες χρόνια – ήταν τα πρώτα θύματα αυτής της ανταλλαγής. Μακριές ουρές από ανθρώπινα ράκη, ακόμα και στο διάστημα 1920 – 1921, ανεβοκατέβαιναν τα χιονισμένα βουνά και διέσχιζε τις κατακαμένες πεδιάδες, σε ένα ταξίδι ακόμα και οχτακοσίων χιλιομέτρων για να φτάσουν στα παράλια, αφήνοντας πίσω τους αναρίθμητους νεκρούς.

Η τελική επικράτηση του τούρκικου στρατού, με την επίθεσή του στις 26 Αυγούστου του ΄22 απέναντι στον ελληνικό, ήταν ωστόσο η αιτία της μεγάλης μετακίνησης. Μιας μετακίνησης που το δράμα της έμελλε να παιχτεί με φόντο τις φλόγες από το ολοκαύτωμα της Σμύρνης. Ακολούθησε κατακλυσμός προσφύγων επί μήνες κατά μεγάλα κύματα που σάρωναν την Ανατολία, τη Σμύρνη, τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.

Καθώς η πραγματικότητα του πολέμου πλησίαζε, η φυγή του κόσμου έπαιρνε ξέφρενους ρυθμούς. Δέκα, μετά είκοσι, τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες τη μέρα. Το χάραμα της 7ης Σεπτεμβρίου βρήκε το πλήθος να παραπαίει, τις μανάδες χωρίς φαΐ για τα παιδιά τους και άλλες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα μεγαλύτερα παιδιά τους σε χωριά στο δρόμο.

Η προκυμαία της Σμύρνης είχε γεμίσει από 150.000 εξόριστους.

Μέχρι αργά, τη μέρα της 8ης Σεπτεμβρίου, το μόνο που ακούγονταν ήταν τα ποδοβολητά των ηττημένων ελληνικών στρατευμάτων που προσπαθούσαν να βρουν καταφύγιο στα λιγοστά πλοία που τους περίμεναν με ανοιχτές μηχανές για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα μέσα στο πέλαγος.

Πριν πέσει η νύχτα, όλη η δύναμη του τούρκικου ιππικού μαζί με τις δυο μεραρχίες του πεζικού που ακολουθούσαν, είχαν μπει στην πόλη. Ο κόσμος συνέχιζε να συνωστίζεται στην προκυμαία περιμένοντας τον από μηχανής θεό να τους σώσει από το κακό που με τη μορφή της πύρινης λαίλαπας θα ερχόταν σε λίγο.

Σε λίγες μέρες, το πλήθος που είχε καταλάβει την προκυμαία, είδε να πετάγονται φλόγες από την αρμένικη συνοικία με τα ξύλινα σπίτια. Πολύ γρήγορα η ξέφρενη επέλαση της φωτιάς κάλυψε την διάμετρο της πόλης και συνέχισε προς την προκυμαία εκεί που το τεράστιο πλήθος στριμώχνονταν ανάμεσα στο πύρινο μέτωπο και στην απεραντοσύνη της θάλασσας.

Τώρα πλέον, φυγάδες – κάτοικοι της Σμύρνης, με μωρά και λιγοστά υπάρχοντα που μάζευαν την τελευταία στιγμή, ερχόταν να προστεθούν στο πλήθος των 300.000 ψυχών που ήδη ασφυκτιούσαν στην άκρη της θάλασσας χωρίς ελπίδα διαφυγής από τον κλοιό της φωτιάς.

10.000 υπολογίζονται οι νεκροί, από τους οποίους οι περισσότεροι πνίγηκαν πέφτοντας στο νερό αναζητώντας μια σωτηρία που δεν υπήρχε έτσι κι αλλιώς.

Η πυρκαγιά καταλάγιασε μετά τρεις μέρες. Όσοι δεν χώθηκαν στα λίγα υπόγεια της Σμύρνης που απέμειναν άθικτα, προσπαθούσαν να επιβιώσουν πάνω στην προκυμαία. Οι φούρνοι που δεν είχαν καεί, δε λειτουργούσαν λόγω έλλειψης νερού κι έτσι οι 200.000 πρόσφυγες προσπαθούσαν να χορτάσουν με κρέας από τα καμένα κουφάρια των ζώων που κείτονταν εδώ και ‘κει. Όλα τα νοσοκομεία είχαν καεί μαζί μ’ αυτούς που ήταν μέσα. Έτσι όσοι αποτελούσαν αυτό το πλήθος, πέθαιναν και γεννούσαν πάνω στις πλάκες της προβλήτας. Η θάλασσα ήταν γεμάτη από πτώματα που ορισμένοι Τούρκοι επιτήδειοι τα ΄΄ψάρευαν΄΄ με αγκίστρια δεμένα σε σύρματα τηλέγραφου και έπαιρναν δαχτυλίδια και χρήματα από τις τσέπες τους. Κάτω από την απειλή του εκτοπισμού προς το εσωτερικό της Τουρκίας ξανά, πολλοί σκοτώθηκαν στην ύστατη απεγνωσμένη τους προσπάθεια να μπουν σε κάποιο πλοίο για να φύγουν από το καταραμένο εκείνο μέρος.

Μέχρι την 8η Οκτωβρίου η εκκένωση της Σμύρνης είχε ολοκληρωθεί. Παρ’ όλη τη διασπορά των 400.000 προσφύγων στη Θεσσαλονίκη, τη Ραιδεστό και τα νησιά, η πραγματική κρίση δεν είχε ακόμα αρχίσει. Και άρχισε με το που δόθηκε πίσω στους Τούρκους η Αν. Θράκη που είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα με τη συνθήκη των Σεβρών. Οι κάτοικοι της Θράκης, βλέποντας και τα ελληνικά στρατεύματα να διαλύουν τα στρατόπεδά τους εκεί, άρχισαν να σχηματίζουν καραβάνια για το ταξίδι προς την ΄΄Παλιά Ελλάδα΄΄. Μέσα σε 10 μέρες, περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι παράτησαν το βιός τους και πέρασαν τον φουσκωμένο Έβρο για να βρουν καταφύγιο στη μάνα Ελλάδα που τόσο υπέφερε από την ατέλειωτη εισροή προσφύγων.


Μια Ελλάδα που μόλις είχε βγει από μια δεκαετία επιστρατεύσεων και πολέμων και που σε διάστημα ενός μόνο χρόνου από την καταστροφή της Σμύρνης, αναγκάστηκε να υποδεχτεί 1.250.000 πρόσφυγες. Αυτό σήμαινε ότι σε κάθε τέσσερις κατοίκους αναλογούσε άλλος ένας άπορος, άστεγος και δυστυχισμένος πρόσφυγας. Αυτό σήμαινε, μια Αθήνα και μια Θεσσαλονίκη να πολιορκούνται από χιλιάδες αντίσκηνα. Πολιορκητής όμως εδώ ήταν η πείνα.

Οι πρόσφυγες τώρα υπολογίζονται στο 1.000.000. Στον αντίποδα, το ποσοστό θνησιμότητας φτάνει τους χίλιους ανθρώπους την ημέρα μέχρι τον Ιανουάριο του 1923.

Ευτυχώς που έρχεται να βοηθήσει η Λοζάννη η οποία στις 30-1-1923 υπογράφει τη συνθήκη ΄΄που αφορά την ανταλλαγή ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών΄΄ κι έτσι η Τουρκία αναγκάζεται να δεχτεί πίσω 450.000 μουσουλμάνους που κατοικούσαν στην ελληνική επικράτεια.

Προσπαθώντας να συνοψίσουμε όσο γίνεται μια ιστορία τόσων χρόνων ας αναφέρουμε την ιστορία ενός Έλληνα ψαρά που ένα πρωί έκλαιγε σ΄ ένα ψαρολίμανο της Πελοποννήσου. Ο λόγος, ένα ερείπιο σκαρί που είχε ξεβράσει η θάλασσα δίπλα στην καλύβα του. Ήταν το ίδιο σκαρί που είχε εγκαταλείψει ο ίδιος σε κάποιο ασιατικό χωριό την περίοδο της ανταλλαγής. Το όνομα που χάραξε στη πρύμνη του γονατισμένος και κλαίγοντας από συγκίνηση, ήταν : ΄΄Η Νέα Ελπίδα΄΄.

Νίκος Ελλενίδης - συντ/χος δάσκαλος - Κ. Σχολάρι

-------------------------------------------------------------------------------


124 Π.Μ.Σ : 3 ΑΡΙΘΜΟΙ & 3 ΓΡΑΜΜΑΤΑ.


Σχεδόν μεσημέρι, χτύπησε την πόρτα μου ο ταχυδρόμος. Σήμερα όμως δεν ήταν γράμμα. Ήταν ένα λευκό χαρτάκι διπλωμένο στα τέσσερα. ¨Βάσει της υπ΄ αριθμ. τάδε διαταγής του Γ.Ε.Α. καλείσθε όπως παρουσιαστείτε εις 124 Π.Β.Ε. την 29 τρέχοντος, ίνα εκπληρώσετε τας στρατιωτικάς σας υποχρεώσεις΄΄. Έμεινα ξαφνιασμένος.

Τα ψέματα πλέον είχαν τελειώσει. Για μια στιγμή έκλεισα τα μάτια κι αναλογίστηκα. Σαν αστραπή πέρασε από μπροστά μου όλη μου η ζωή. Μικρό παιδάκι, έφηβος και τώρα άνδρας έτοιμος να τρέξει στο κάλεσμα της πατρίδας.

Από την μέρα εκείνη, ο χρόνος κύλησε σαν κινηματογραφική ταινία.

Οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί συγγενών, γνωστών και φίλων, το τελευταίο ανέμελο γλέντι σε κάποια ταβέρνα του χωριού, το πρωινό στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλονίκης. Το τρένο σφύριξε και γω γύρισα και κοίταξα για μια τελευταία φορά την όμορφη πόλη. Ποιος ξέρει πότε θα τη ξαναδώ;

Μέσα στο τρένο γνώρισα πολλούς από τους μελλοντικούς μου συναδέλφους. Όλοι μας είχαμε τους ίδιους φόβους, τις ίδιες απορίες. Τι νάναι αυτό το 124 Π.Β.Ε.; Τι θα συναντήσουμε και πως θα μας φερθούν; Οι γνώμες ήταν διχασμένες. Οι περισσότεροι – να μην πω όλοι – ήταν απαισιόδοξοι. Ο ¨Άραξος΄΄ είναι κόλαση, μου λέει ένας που καθόταν απέναντι. Δε θα περάσουμε καθόλου καλά. Συνέχεια ασκήσεις στην πίστα, θεωρία και καψόνια. Τι είναι αυτή η ¨πίστα΄΄; ρωτήσαμε όλοι μ΄ ένα στόμα. Θα το μάθετε όταν πάμε εκεί, ήταν η απάντηση. Κάποιος απ΄ τους ελάχιστους αισιόδοξους μας καθησύχασε λέγοντας ότι ο αδερφός του που υπηρέτησε εκεί δεν τα βρήκε και τόσο τραγικά τα πράγματα.

Δε ξέραμε ποιόν να πιστέψουμε. Εγώ ειδικά τα είχα χαμένα.

Φτάσαμε στην Αθήνα, μείναμε το βράδυ εκεί και την άλλη μέρα πήραμε το τρένο για Πάτρα.

Τώρα οι συνάδελφοι γίναμε περισσότεροι. Από κάθε γωνιά της Ελλάδας, άλλοι υπακούοντας στο κάλεσμα της πατρίδας κι άλλοι - οι εθελοντές - πιο ανυπόμονοι, πήγαιναν να φορέσουν την ένδοξη στολή του Σμηνίτη

Το τρένο σφύριζε καθώς περνούσαμε τον Ισθμό. Από κάποια γωνιά του βαγονιού, ακούστηκε δειλά κάποιο τραγούδι. Σιγά σιγά ζωήρεψε. Πρόσωπα σκυθρωπά με μιας ζωντάνεψαν. Μερικά χαμόγελα άνθισαν. Το βαγόνι αντηχούσε από φωνές κι έτσι και γω άρχισα να αναθαρρώ.

Θάταν 6 το απόγευμα όταν φτάσαμε στο σταθμό της Αχαΐας. Εκεί μας περίμεναν τα τζέημς της βάσης και μετά από μερικές σύντομες διατυπώσεις ξεκινήσαμε για να βρεθούμε σε μισή ώρα μπροστά στη πύλη της Βάσης.

Στο θαμπό φως των λαμπτήρων, διέκρινα ένα κτίριο ανοιχτό από μπροστά, που έγραφε : ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΝ 124 Π.Β.Ε. Εδώ θα έρχονταν να μας συναντήσουν οι δικοί μας όπως μας εξήγησαν. Για μένα φαινόταν λίγο παράλογο μιας κι οι δικοί μου ήταν τόσο μακριά που αποκλειόταν να με ζητήσει κανένας να με δει εκεί. Πιο μέσα, μερικά μακρύτερα κτίρια χτισμένα στη σειρά και στη μέση το Διοικητήριο με τη σημαία να δεσπόζει στον μεγάλο ιστό.

Ύστερα από μικρή διαδικασία μπήκαμε στη Βάση, μας χώρισαν πρόχειρα σε σμήνη, μας έδωσαν κουβέρτες και καραβάνες και μας οδήγησαν στο εστιατόριο. Μετά το φαγητό, μας πήγαν για ύπνο στο Κ.Ψ.Μ. γιατί στους θαλάμους μένανε οι παλιοί συνάδελφοι που θα φεύγανε την επομένη. Έστρωσα τις κουβέρτες και κουρασμένος όπως ήμουνα απ΄ το ταξίδι, αποκοιμήθηκα αμέσως.

Σαν σε όνειρο, άκουσα μέσα στον ύπνο μου ένα σάλπισμα. Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου και είδα ότι ήταν 5:30 τα χαράματα. Ήταν το πρώτο μου ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ. Σκέφτηκα ότι από σήμερα και για δυόμισι χρόνια, θα ξυπνάμε τέτοια ώρα. Γρήγορα μας έβαλαν στη γραμμή και μετά το πρωινό, περάσαμε από τους γιατρούς. Ακολουθεί το κουρείο όπου ένας σμηνίτης με μια παλιά κουρευτική μηχανή μου αφαίρεσε το περιττό βάρος του κεφαλιού μου. Προσπαθώ να αναγνωρίσω τον εαυτό μου στον θαμπό καθρέφτη που έχω απέναντί μου αλλά μάταια χωρίς μαλλιά. Ευτυχώς ήμασταν όλοι έτσι κουρεμένοι που ο ένας έπαιρνε παρηγοριά από τα χάλια του άλλου.

Σειρά είχε η αποθήκη υλικού. Ο καθένας μας πήρε από έναν μεγάλο σάκο που είχε μέσα τις στολές (χειμερινές, θερινές), εσώρουχα, κάλτσες, πετσέτες, άρβυλα χλαίνη και διάφορα άλλα. Τάρριξα όλα χύμα στο σάκο κι ακολούθησα τους άλλους.

Το απόγευμα πέρασε σχετικά ήρεμα με ξενάγηση στους χώρους και δοκιμάζοντας τις φόρμες και τις στολές.

Την άλλη μέρα μας χώρισαν οριστικά σε Σμήνη. Εγώ πήγα στην 3η Μοίρα, 1ο Σμήνος, 1η ομάδα της 1ης διμοιρίας. Έτσι άρχισε η στρατιωτική ζωή. Με πρώτη γνωριμία της θρυλικής ¨πίστας΄΄. Ένα μεγάλο τετράγωνο γήπεδο 400x400 μ. και στρωμένη με λεπτό χαλίκι. Πρώτα προσοχή, ημιανάπαυση και μετά ανάπαυση. Σε κάθε μας κίνηση μετράγαμε και φωνάζαμε ¨απ΄΄. Αυτό συνεχιζόταν για ώρα. Παράλληλα, αρχίζει δεύτερη σειρά ασκήσεων μαζί με τη θεωρία για το χειρισμό των όπλων και τις υποχρεώσεις του στρατιώτη – σκοπού.

Όλοι καταλάβαμε, πλέον ότι ήμασταν τα εξαρτήματα για την μεγάλη μηχανή η οποία ήταν η Βάση όπως μας λέγανε.

Ευτυχώς που υπήρχε και η παύση εκπαίδευσης και εργασίας το απόγευμα κι έβλεπες την Πτέρυγα να μοιάζει μ΄ ένα μελίσσι. Σμηνίτες να τρέχουν πάνω – κάτω, απ΄ το θάλαμο στην καντίνα ή στην αίθουσα του πινγκ-πονγκ ή στο ΚΨΜ ή στην αίθουσα του κινηματογράφου. Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, περάσανε 20 μέρες και ήρθε η μεγάλη στιγμή της ορκωμοσίας, η μεγάλη στιγμή που θα μπαίναμε πλέον στις τάξεις της θρυλικής ΑΕΡΟΠΟΡΊΑΣ.

Σάββατο πρωί, όλοι συγκεντρωμένοι στον κινηματογράφο και ‘μεις φορώντας τις στολές μας και με υψωμένο το δεξί μας χέρι επαναλαμβάναμε τα λόγια του ιερέα : ¨Ορκίζομαι να φυλάττω πίστην εις την πατρίδα…΄΄. Ήταν η ιερότερη στιγμή ενώπιον Θεού και ανθρώπων η υπόσχεση ό,τι θα διαφυλάξουμε ακέραια τα άγια χώματα της πατρίδος μας από κάθε επιβουλή και επιβολή και ό,τι θα τηρούμε πιστά τους νόμους και το σύνταγμα.

Μετά τον εμπνευσμένο λόγο του διοικητού μας κ. Γ. Βασιλόπουλου, βγήκαμε όλοι από τον κινηματογράφο μ΄ ένα αίσθημα υπερηφάνειας.

Από την επομένη, και μετά από μια έξοδο στην υπέροχη πόλη της Πάτρας, η ζωή μας ξαναπήρε τον κανονικό της ρυθμό, με τις ασκήσεις στην ¨πίστα΄΄ και τη θεωρία στους θαλάμους. Ύστερα από λίγες μέρες ήρθε η καινούργια ¨σειρά΄΄. Περιέργως, νοιώσαμε ένα αίσθημα ανωτερότητας, μόνο και μόνο γιατί δεν ήμασταν πλέον οι νέοι, τα στραβάδια ή οι Γιάννηδες.

Οι μέρες κυλούσαν γοργά. Η ομαδική ζωή, η συναδελφικότητα και όλα τα ανώτερα συναισθήματα που δημιουργεί ο στρατός μας είχαν επηρεάσει αρκετά κι έτσι νοιώθαμε πραγματικοί σμηνίτες. Οι ασκήσεις γινόταν όλο και δυσκολότερες αλλά είχαμε συνηθίσει πλέον. Παράλληλα, άρχισαν και οι σκοπιές τις νυχτερινές ώρες.

Οι μέρες κυλούσαν γρήγορα. Έφτασε ο καιρός για την επιτροπή ειδικοτήτων που ο καθένας υποτίθεται ότι διάλεγε την ειδικότητα που ήθελε να ακολουθήσει. Οι περισσότεροι ήταν λυπημένοι γιατί σε λίγες μέρες θα σκορπιζόμασταν στα 4 σημεία της Ελλάδας και θα χώριζαν φιλίες που είχαν δημιουργηθεί στο διάστημα των 2 αυτών μηνών.

Έφτασε η τελευταία νύχτα που δε θα ξεχάσω ποτέ καθώς κανείς από εμάς δε κοιμήθηκε. Το τραγούδι, τα πειράγματα και οι ανταλλαγές διευθύνσεων, έδιναν κι έπαιρναν. Αποχαιρέτησα τους αξιωματικούς και τους εκπαιδευτές. Ένοιωθα σεβασμό και αγάπη γι αυτούς γιατί το μεγάλο έργο που είχαν να επιτελέσουν, το έφεραν επάξια σε πέρας. Μας πήραν πολίτες γεμάτους ελαττώματα, κακομαθημένους, απειθάρχητους και από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και χαρακτήρες και μέσα σε δυο μήνες μας έκαναν πειθαρχικούς, πρόθυμους, υπάκουους μα περισσότερο μας έκαναν άνδρες.

Ανάκατα τα συναισθήματα το πρωί στο τρένο : Χαρά – Θλίψη – Περισυλλογή. Χαρά, γιατί θα ξαναβρισκόμουνα σπίτι μου, έστω και για λίγο. Θλίψη, γι αυτά και γι αυτούς που άφησα πίσω μου. Περισυλλογή, για το μέλλον μου, για το πού θα βρεθώ, τι θα συναντήσω. Γύρω μου χαλούσε ο κόσμος. Γέλια, φωνές, τραγούδια, πειράγματα και ανέκδοτα, καθώς το τρένο καταπίνοντας τα χιλιόμετρα μας έφερνε όλο και πιο κοντά στην Αθήνα. Σταμάτησα να σκέφτομαι, άλλωστε είχα άλλες ώρες να σκεφτώ. Τώρα έπρεπε να συμμετάσχω και ΄γω στη χαρά των συναδέλφων που πολλούς απ΄ αυτούς δε θα τους ξανάβλεπα.. έτσι άρχισε το τραγούδι.

Η εκπαίδευση στον ξακουστό και αξέχαστο ΑΡΑΞΟ είχε τελειώσει.

Αυτοί ήταν οι 3 αριθμοί – 124 & αυτά ήταν τα τρία γράμματα – Π.Β.Ε. Σκυτάλη τώρα στους αριθμούς 113 και σε άλλα τρία γράμματα. Π.Μ.Ε. (ΣΕΔΕΣ).

Θωμάς Πάτσου


-------------------------------------------------------------------------------


ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΛΕΝΕ ΝΙΟΤΗ

***

Σε είδα, «Άνοιξή» μου…

Σε είδα καθισμένος μελαγχολικά πίσω απ’ το θαμπό το τζάμι του - πρόθυμα θέλοντας κοντά μου νάρθει - του παγερού «Χειμώνα»…

Σε είδα, «Άνοιξή» μου… Σε είδα κι ευθύς σε αναγνώρισα!...

Και είχες ακόμα χαμηλό το μπόι σου… Το βλέμμα σου ανήσυχο… Άγουρο το πρόσωπό σου… Το μυαλό σου «άφτιαχτο»… Και απαλό κι ανάριο το χνούδι στ’ αζάρωτο ακόμα «τότε» το παιδικό σου το πηγούνι…

Σε είδα, «Άνοιξή» μου… Σε είδα κι ευθύς σε αναγνώρισα!...

Και έτρεχες ολημερίς - απάνω-κάτω! - σε όλα τα σοκάκια… Και έπεφτες και χτύπαγες… Και έκλαιγες… Και γέλαγες… Και την άλλην ώρα σε όρθια θέση ήσουνα ξανά… Κι ευθύς τα ίδια πάλι έπραττες… Και με ιδρώτα επλημμύριζες ολάκερο το σώμα σου…

Και είχες ψευτογυρίσει άτσαλα - θυμάσαι; - τα μαλλιά της κεφαλής σου πίσω… Και φόραγες - πρώτη φορά! - καλοσιδερωμένο το μακρύ σου παντελόνι… Το «κυριλέ» πουκάμισο… Το μαύρο σου σκαρπίνι!...

Αχ!... «Άνοιξή» μου!...

Ας γίνονταν να γύρναγες και νάμενες για πάντα εδώ κοντά μου!...

Κι ας σε περιφρονούσαν ΟΛΟΙ τους εκείνοι οι τρανοί… «σοφοί» από εγωισμό μονάχα… Κι ας σε «τρελαίνανε» και πάλι ΟΛΟΙ τους με την παιδεία και την παραπαιδεία… Κι ας έτρεμαν τα φυλλοκάρδια σου, όταν το λάγνο βλέμμα το ερωτικό, πυκνά σε κρυφοκοίταζε και σε κρυφογελούσε… Κι ας νότιζαν τα μάτια σου μετά… Κι ας γεύονταν μετά τα χείλια σου πικρία, όταν την άλλη μέρα, το ίδιο το «μοιραίο βλέμμα», με τον καλύτερό σου φίλο μιλούσε και του κρυφογελούσε…

Σε βλέπω, «Άνοιξή» μου…

Με την παλάμη προσπαθώ για να την ξεπαστρέψω όλη την πυκνή θαμπάδα του τζαμιού, που ο «Χειμώνας» - δίχως καν να με ρωτήσει! - έφερε μπροστά στην όρασή μου…

Γιατί θέλω να σε δω πιο καθαρά…

Να δω τ’ ανήσυχο… Το ζωηρό σου βλέμμα… Το χαμηλό σου μπόι… Το άγουρό σου πρόσωπο… Το «άφτιαχτο» μυαλό σου… Και τ’ απαλό το χνούδι πάνω στ’ αζάρωτο πηγούνι σου…

Για να σε δω να τρέχεις σε όλα τα σοκάκια… Να πέφτεις… Να χτυπάς… Να κλαις και να γελάς… Και να σηκώνεσαι μετά… Και να γυαλίζει από ιδρώτα το κορμί σου όλο…

Για να σε δω με το μαλλί σου άτσαλα νάναι ψευτογυρισμένο πίσω… Να έχεις φορεμένο το μακρύ σου παντελόνι… Το «κυριλέ» πουκάμισο… Το μαύρο σου σκαρπίνι…

Για να σε δω με συμβουλές να σε «κουφαίνουν» ΟΛΟΙ τους εκείνοι οι τρανοί… «σοφοί»… Να σε ζαλίζουν ΟΛΟΙ τους με τα σκολειά και τα… παρασκολειά… Να σε τρελαίνουν ΟΛΟΙ τους με τα δικά τους… «σάπια»…

Για να σε δω να τρέμεις για την πρώτη σου ερωτική χαρά…

Για να σε δω να κλαίεις για την πρώτη την ερωτική σου πίκρα…

Μα ο «Χειμώνας» εθάμπωσε για τα καλά του παραθυριού το τζάμι κι ετούτη τη θαμπάδα του αδυνατεί το μάτι μου με μιας να την τρυπήσει…

Όμως…

Όμως του οράματος ειν’ ορθάνοιχτη η θύρα του και τη διαβαίνω πρόσχαρα με αίτιο μονάχο εσένα να προφτάσω…

Μα μέσα στου χρόνου τις ομίχλες του κάκου ΟΜΩΣ σε αναζητώ…

Του κάκου ΟΜΩΣ προσπαθώ μη λάχει και αντιληφθώ - προς τα εδώ… προς τα εκεί… - το σβέλτο ποδοβόλημά σου…

Του κάκου ΟΜΩΣ κάνω προσπάθειες να αισθανθώ του ιδρώτα σου τη μυρουδιά, που απ’ την τρεχάλα έβγαζε όλο το κορμί σου «τότε»…

Μα εσύ τώρα…

Μα εσύ όλο τρέχεις και από εμένα αλαργεύεις!…

-Κι εσύ τώρα, γιατί όλο τρέχεις και από εμένα αλαργεύεις;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΔΑΣ

-------------------------------------------------------------------------------


ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ - Μανώλης Γκουνάγιας


Ακολουθώντας μονοπάτια, θαμπά στο γύρισμα της δύσης, περπατάς προσεκτικά πάνω σε παλιά πατήματα

και ξέρεις μέσα σου πως σίγουρα σε ξέφωτο θα βγεις.

Κι ύστερα, έχοντας τις μνήμες στην ψυχή σου, δημιουργείς καινούρια πράματα, ανώτερα και σύγχρονα

καθώς η ανησυχία για το άγνωστο γίνεται φως μα και δημιουργία.

Κι ακόμα, εγώ κι εσύ, κι άλλοι πολλοί που ζήσαμε λίγο από τότε, πολύ από τώρα, ακολουθούμε το μετά,

προσβλέποντας στο ανώτερο, στο νέο που έρχεται, σε ότι ακόμα ελπίζουμε.

Και είναι στέρεα η ελπίδα μας γιατί έχει τη βάση στο παλιό, στο χρόνο της παράδοσης, στη μαστοριά και στο μεράκι,σε ότι γεννάει η ψυχή, όταν φανερά κι απέναντι στο φως μαστορικά δημιουργεί…

.

-------------------------------------------------------------------------------

Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος

Έμαθα για τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο πριν από ένα χρόνο (30-11-03) διαβάζοντας στην Κυριακάτικη Αυγή μια συνέντευξη που έδωσε στο Σταμάτη Μαυροειδή. Η συνέντευξη αυτή αλλά κυρίως το ποίημα «Που είναι τα πουλιά» που τη συνόδευε με εντυπωσίασαν τόσο που έτρεξα αμέσως στον υπολογιστή μου για να αναζητήσω πληροφορίες μέσω του internet. Συγκέντρωσα κάποιες βιογραφικές πληροφορίες για τον ποιητή και διάβασα μερικά από τα αντιπροσωπευτικά έργα του. Όσα ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου διάβασα μου άφησαν μια ισχυρή εντύπωση για πολύ μετά το διάβασμά τους.

Ο Γιώργης Παυλόπουλος ζει σήμερα στον Πύργο Ηλείας, όπου γεννήθηκε το 1924. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάσθηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά έντυπα και ανθολογίες.

Υπήρξε φίλος του Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στην έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής. Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου διακρίνεται από υποδειγματική λιτότητα, γεγονός που επισημαίνει ο αυστηρός στις κρίσεις του Σεφέρης λέγοντας ότι « η ποίηση του Γ.Π. είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια». Σύμφωνα με τον μεταφραστή του Παυλόπουλου στα αγγλικά Πήτερ Λήβι « τα ποιήματα του Γ.Π. έχουν εκείνη την ποιότητα και τη γερή φτιαξιά που βρίσκονται στα θεμέλια της μεγαλοσύνης».

Στη συνέντευξη του στο Σταμάτη Μαυροειδή, ο Γιώργης Παυλόπουλος τονίζει ότι όλο το ποίημα για τα πουλιά «είναι το καταστάλαγμα μιας πίκρας για κείνα που χάθηκαν για πάντα, για κείνα που χάνονται ολοένα». Μόνο η ποίηση δεν υπόκειται σ’ αυτό το νόμο της φθοράς.

«Η ποίηση είναι ένα ολόφωτο καράβι που ταξιδεύει μέσα στα σκοτάδια».

Πουλιά είναι όλοι εκείνοι που αντιστάθηκαν και αντιστέκονται με μύριους τρόπους. Οι αντάρτες του Άρη, τα παιδιά του Πυργιώτικου Παρνασσού, ο Δεσπότης Ηλείας Αντώνιος, οι απλοί λαϊκοί άνθρωποι.

Που είναι τα πουλιά;

Που είναι τα πουλιά;

Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια

συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια

τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι

καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια

τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι

τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες

καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια

μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες

ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες

κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια

γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια

θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης; Πού είναι τα παπιά;

Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες

ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια

γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα

ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα

λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;

Η Αβοκέτα κι' ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες

τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες

οι φάσες και οι σπαθομύτες

τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος

ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

Τάσος Αναστόπουλος - 2004


-------------------------------------------------------------------------------


CORPORATION

Από τα μέσα περίπου του Νοεμβρίου παιζόταν σε κεντρικό κινηματογράφο της Θεσσαλονίκης η ταινία ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους με τίτλο CORPORATION. Θέμα της ταινίας είναι η δραστηριότητα των μεγάλων, κυρίως Αμερικανικών και Ευρωπαϊκών, πολυεθνικών εταιρειών, τα νομικά χαρακτηριστικά τους, ο ρόλος τους στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, η επιρροή τους στις διεθνείς σχέσεις, και οι επιπτώσεις της λειτουργίας τους στις πολιτικές ελευθερίες , στην υγεία, στο περιβάλλον, στη ανεργία, στον πολιτισμό και σε κάθε πτυχή της ζωής στον πλανήτη.

Η παρακολούθηση της ταινίας αυτής με παρακίνησε να συγκεντρώσω μερικές πληροφορίες και να γράψω λίγα πράγματα γι’ αυτό που το 1864 ο Αβραάμ Λίνκολν χαρακτήρισε ως «μεγάλη απειλή για την ασφάλεια της χώρας» του γράφοντας ότι «η δημιουργία του θεσμού των εταιρειών ανοίγει μια εποχή διαφθοράς στα ανώτατα αξιώματα… με αποτέλεσμα η συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος να καταστρέψει τελικά τη δημοκρατία».

Το 1886 αποτέλεσε έτος καμπή για την ανάπτυξη των εταιρειών στις ΗΠΑ. Το έτος αυτό το νομικό πλαίσιο των Αμερικανικών εταιρειών εμπλουτίστηκε με συνταγματικά δικαιώματα που μέχρι τότε ανήκαν μόνο στα φυσικά πρόσωπα δηλαδή στους μεμονωμένους πολίτες. Τα ατομικά δικαιώματα του συνεταιρίζεσθαι, του ιδιωτικού απορρήτου, της ατομικής ιδιοκτησίας, της εκπροσώπησης στα αστικά δικαστήρια κλπ παραχωρήθηκαν σε ενώσεις απρόσωπων οικονομικών συμφερόντων που έφτασαν να είναι τελικά πρακτικά άτρωτες από νομική άποψη.

Η διαδικασία παγκοσμιοποίησης της οικονομίας συνοδεύτηκε, μέσω των συγχωνεύσεων και των εξαγορών, από τη δημιουργία όλο και μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών που επικαθορίζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Σήμερα από τις 100 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου οι 49 ανήκουν σε μεμονωμένα κράτη και οι 51 σε πολυεθνικές εταιρείες με σαφώς αυξητική τάση υπέρ των εταιρειών.

Κατά παράβαση των καλοδιατυπωμένων καταστατικών τους, όπου ανέξοδα και υποκριτικά διατυπώνεται η προσήλωση κάθε πολυεθνικής εταιρείας στις αρχές του υγιούς ανταγωνισμού, του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας, της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών, της ανάπτυξης του τρίτου κόσμου, της προστασίας του περιβάλλοντος, της καταπολέμησης της φτώχειας, της πείνας, της δίψας, των ασθενειών και όλων των δεινών του ανθρώπινου είδους, o μοναδικός και πραγματικός στόχος όλων των πολυεθνικών εταιρειών είναι η αύξηση των κερδών με κάθε τρόπο και μέσο. Σήμερα η παραβατικότητα των πολυεθνικών εταιρειών ως προς το σύνολο των καταστατικών τους δεσμεύσεων έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Πρόσφατες έρευνες και μελέτες παραλληλίζουν τη συμπεριφορά των πολυεθνικών εταιρειών με αυτή ατόμων με εγκληματικές και ψυχοπαθητικές ροπές.

Αντί για επίλογο σ’ αυτό το σημείωμα παραθέτω, χωρίς αξιολογική σειρά, λίγα μόνο από τα σοβαρά κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα που προκαλεί η δραστηριότητα των πολυεθνικών εταιρειών.

Φαρμακευτικές εταιρείες, ιατρική έρευνα και AIDS

Σ’ όλες τις χώρες του κόσμου υπάρχει μια έντονη ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο οι φαρμακευτικές εταιρείες επηρεάζουν τις προτεραιότητες της ιατρικής έρευνας. Ο κόσμος ανησυχεί γιατί το κίνητρο του κέρδους προσελκύει την έρευνα περισσότερο στην τριχόπτωση και τη σεξουαλική ανεπάρκεια παρά στις διάφορες τροπικές ασθένειες που πλήττουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι φαρμακοβιομηχανίες στοχεύοντας στους εύπορους καταναλωτές παραμελούν την έρευνα για την παραγωγή νέων φαρμάκων ευρείας κατανάλωσης. Η κρίση του AIDS αποκαλύπτει τα στυγνά κερδοσκοπικά κίνητρα των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών. Όταν η Νότιος Αφρική επιχείρησε να παράγει φθηνότερα φάρμακα για τις ανάγκες του λαού της, οι πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες επέβαλλαν κυρώσεις μέσω της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Η εξαγωγή φθηνών και αποτελεσματικών φαρμάκων που παράγονται στην Κούβα για δερματικές παθήσεις απαγορεύεται αυστηρά στα πλαίσια του γενικού εμπάργκο που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ στη χώρα αυτή της Κεντρικής Αμερικής.

Σε ένα άρθρο της Le Monde με τίτλο «Φαρμακολογικό Απαρτχάιντ» αναφέρονταν χαρακτηριστικά τα εξής. Η απελπισμένη απαίτηση για φθηνά φάρμακα για την καταπολέμηση ασθενειών όπως η ασθένεια του ύπνου, η βακτηριακή μηνιγγίτιδα, η λεϊσμανίαση, η φυματίωση κλπ που σαρώνουν την Αφρική, αντιμετωπίζονται με προκλητική αδιαφορία από τις πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες. Χαρακτηριστικά, η φαρμακοβιομηχανία Aventis σταμάτησε την παραγωγή του μοναδικού φαρμάκου θεραπείας της ασθένειας του ύπνου στο τελευταίο θανατηφόρο στάδιο το 1995, λόγω μείωσης του ποσοστού κέρδους. Το 2000 η Bristol Mayers Squibb αγόρασε τα δικαιώματα παραγωγής του φαρμάκου, το οποίο άρχισε να παράγεται ως κρέμα αποτρίχωσης με μεγάλα κέρδη σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Εταιρείες και Περιβάλλον

Οι πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής ενέργειας και φυσικών καυσίμων κατατάσσονται ανάμεσα στους μεγάλους εχθρούς του φυσικού περιβάλλοντος σε πλανητική κλίμακα. Οι περισσότερες από τις εταιρείες αυτές αναπτύσσουν ανοικτή πολιτική δραστηριότητα επηρεάζοντας κυβερνήσεις, διαφθείροντας πολιτικούς παράγοντες, ασκώντας προπαγάνδα μέσω των ΜΜΕ και όταν χρειασθεί ενισχύοντας μηχανισμούς καταστολής και τρομοκράτησης των πολιτών με στόχο την χωρίς περιορισμούς εκμετάλλευση των φυσικών πόρων σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες.

Το 2002 το Γραφείο Περιβάλλοντος του ΟΗΕ έδωσε στη δημοσιότητα μια εκτεταμένη αναφορά για τις καταστρεπτικές επιπτώσεις της δραστηριότητας των πολυεθνικών εταιρειών στο κλίμα, στο περιβάλλον, στους φυσικούς πόρους και στην κοινωνική ζωή σε ένα μεγάλο αριθμό χωρών της Αφρικής, της Ασίας, της Ανατολικής Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής.

Ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αναφέρουμε την εξόρυξη πετρελαίου στο Δέλτα του Νίγηρα από κοινοπραξίες των εταιρειών Mobil, Chevron, Shell, Elf και Agip. Η εξόρυξη πετρελαίου στην περιοχή αυτή έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωση των γειτονικών κοινωνιών καταστρέφοντας τη γεωργία, την αλιεία , το πόσιμο νερό, αυξάνοντας την πορνεία και υπονομεύοντας την ιδιοκτησία της γης.

Η εξέγερση των τοπικών πληθυσμών αντιμετωπίσθηκε με ακραία καταστολή (χιλιάδες θάνατοι, εμπρησμοί οικισμών, βασανιστήρια, απαγωγές και μαζικός εκφοβισμός) από στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος της Νιγηρίας με την οικονομική υποστήριξη των πολυεθνικών (μεταφορά δυνάμεων καταστολής με ελικόπτερα της Chevron, άμεση εμπλοκή ομάδων ασφαλείας των Mobil και Shell στη σφαγή του KEN SARO-WIWA.

Εταιρείες και εκμετάλλευση της παιδικής ηλικίας

Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής παιδικών προϊόντων αντιμετωπίζουν την παιδική ηλικία ως μια αχανή αγορά με απίστευτη αγοραστική δύναμη. Η διαφήμιση και το marketing των εταιρειών αυτών εστιάζεται στην ανάπτυξη και την καλλιέργεια του καταναλωτισμού των παιδιών κατά παράβαση εθνικών νόμων και διεθνών συμφωνιών.

Στη δεκαετία του 1960 τα παιδιά ηλικίας 2-14 ετών, στις ΗΠΑ, επηρέαζαν την οικογενειακή κατανάλωση με ένα ποσό του ύψους των 5 δις δολαρίων ετησίως. Στη δεκαετία του 1990 το ποσό αυτό αυξήθηκε στα 188 δις δολάρια και υπολογίζεται να αυξηθεί κι’ άλλο στην τρέχουσα δεκαετία του 2000.

Εταιρείες, εργασιακά δικαιώματα και παιδική εργασία

Οι συμφωνίες που κατά κανόνα συνομολογούνται μέσω παρεμβάσεων των πολυεθνικών εταιρειών, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο αποβλέπουν στη μείωση του κόστους εργασίας με τη συμπίεση των αμοιβών, την υποβάθμιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και την πολιτική των απολύσεων. Στις χώρες όπου οι αντιδράσεις των συνδικάτων δεν κάμπτονται από τις πολιτικές καταστολής και εκβιασμού των εργαζομένων, ακολουθείται η οδός των εικονικών πτωχεύσεων, της διαφυγής των κεφαλαίων στο εξωτερικό και της μεταφοράς των δραστηριοτήτων των πολυεθνικών εταιρειών σε χώρες με αυταρχική εργατική νομοθεσία.

Από την άλλη μεριά η εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας σε τριτοκοσμικές και αναπτυσσόμενες χώρες από τις πολυεθνικές ειδών ένδυσης και συσκευασμένων τροφίμων αποκαλύπτει την απουσία κάθε ηθικού φραγμού μπροστά στην τάση μεγιστοποίησης του κέρδους και συρρίκνωσης του κόστους εργασίας. Η παιδική εργασία στα εργοστάσια (γνωστά ως sweat shops...) των εταιρειών παραγωγής παιδικών παιγνιδιών (Harry Potter, Barbie, Pokemon κλπ), ειδών ένδυσης και αθλητικών ειδών (Levis Strauss, Walt Disney, Nike, Addidas κλπ) στην Ανατολική Ασία, σύμφωνα με έγκυρους οικονομικούς αναλυτές, αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες αύξησης των κερδών των εταιρειών αυτών και καλύπτει τουλάχιστον το 15% της κερδοφορίας τους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εταιρείες και φοροδιαφυγή

Η έκταση της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών εταιρειών έχει φθάσει σε τερατώδεις διαστάσεις. Οι απώλειες αυτές σε δημόσια έσοδα μεταφέρονται αυτούσιες στους φορολογούμενους. Στις ΗΠΑ το ύψος της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών εταιρειών ξεπερνά τα 50 δις δολάρια ετησίως.

Σήμερα τα φορολογικά βάρη των πολυεθνικών έχουν μειωθεί, σε απόλυτες τιμές, κατά 50% σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1960. Η φοροδιαφυγή λόγω εικονικών πτωχεύσεων και φυγής κεφαλαίων στο εξωτερικό κοστίζει στους φορολογούμενους των ΗΠΑ περισσότερο από 5 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο επιπλέον.

Στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης η φοροδιαφυγή των πολυεθνικών εταιρειών αποτελεί θέμα ταμπού, το οποίο καμιά εθνική νομοθεσία δεν τολμά να αγγίξει. Στις ΗΠΑ οι ελάχιστες αγωγές, που γίνονται κατά πολυεθνικών, βραχυκυκλώνονται με διαδικαστικά μέσα, γίνονται εξαιρετικά χρονοβόρες και οικονομικά ασύμφορες ώστε καταλήγουν στο αρχείο ή φθάνουν σε συμβιβασμό με γελοία ποσά.

Τάσος Αναστόπουλος - Νοέμβριος 2004


-------------------------------------------------------------------------------

ΘΕΜΑ ΕΚΘΕΣΗΣ Σκέφτομαι και γράφω : Η Οικογένειά μου.

Με λένε Χρηστάκη και το σπίτι μου είναι ένα μπουρδέλο. Εγώ δε ξέρω τι είναι μπουρδέλο, ρώτησα τη δασκάλα και δε μου έλεγε, αλλά ο μπαμπάς έτσι λέει όταν φτάνει το βράδυ σπίτι:
«Πάλι μπουρδέλο είναι το σπίτι», και μετά βρίζεται με τη μαμά. Εγώ αγαπώ το σπίτι μου, άρα νομίζω ότι το μπουρδέλο είναι κάτι καλό.
Μάλλον πρέπει να λένε μπουρδέλα τα παλιά σπίτια με πολλά άτομα μέσα και παιχνίδια πεταμένα στο σαλόνι και πολλά παιδάκια να τρέχουν εδώ κι εκεί.
Λέω στη μαμά να με πάει σε μπουρδέλο για να δω, για να δω της το λέω, αλλά αυτή με δέρνει.
Εγώ με τα αδέρφια μου μένουμε στα τρία υπνοδωμάτια του σπιτιού. Οι γονείς μας μένουν στο σαλόνι.
Εγώ είμαι δέκα χρονών, κι έχω 4 αδερφές πιο μικρές και 7 αδέρφια πιο μεγάλα, τέσσερους αδερφούς και τρεις αδερφές. Δεν θυμάμαι ολωνών τα ονόματα, ελπίζω να μη με μαλώσετε.
Κοιμάμαι στο δωμάτιο με τους τέσσερους αδερφούς μου, στο άλλο κοιμούνται οι αδερφές μου και στο άλλο πάλι οι αδερφές μου.
Όσοι ξένοι έρχονται σπίτι και μας βλέπουν όλα μαζί γελάνε και λένε μπράβο και άλλα τέτοια, και άλλοι αστειεύονται και λένε να κάνουμε ομάδα ποδοσφαίρου.
Ο αδερφός μου ο Πέτρος τότε τσατίζεται και τους βρίζει, «Αυτή τη μαλακία την έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές», και ο ξένος ξινίζει τα μούτρα του.
Ο Πέτρος είναι 20 χρονών. Έχει τελειώσει το σχολείο και πάει πανεπιστήμιο.
Ρώτησα τη μαμά τι είναι πανεπιστήμιο, μου είπε ότι είναι σαν το σχολείο, αλλά μεγαλύτερο.
Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Νομίζω ότι θα μοιάζει πιο πολύ με το σπίτι μας.
Το λέω αυτό γιατί μια φορά ήρθε ο Πέτρος σπίτι και πέταξε την τσάντα του στο πάτωμα και φώναξε: «Το κλείσαν το μπουρδέλο!»
Άρα το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι ένα μέρος με πολλά παιδιά και πολλή φασαρία και να είναι παλιό και να μην έχει λάμπα στο διάδρομο.
Εγώ με τα αδέρφια μου μας αρέσει να παίζουμε στο σαλόνι. Εκεί είναι και το κασετόφωνο και ακούμε μουσική.
Συνήθως μαλώνει ο Γιώργος με την αδερφή μου που δε θυμάμαι πώς τη λένε κι ελπίζω να μη με μαλώσετε, για το τι μουσική θα ακούσουνε.
Καμιά φορά ακούει μουσική η αδερφή μου που δε θυμάμαι πώς τη λένε κι ελπίζω να μη με μαλώσετε και τραγουδά εκεί μια και λέει ότι υποφέρει πολύ, και τότε μπαίνει στο σαλόνι ο Γιώργος και λέει «τι παπάρες ακούς ρε πάλι» και αλλάζει την κασέτα και τότε ακούγονται κάτι ντάπα ντούπα και τα άλλα παιδιά φεύγουν από το δωμάτιο, αλλά εγώ μένω γιατί μετά αρχίζουν να βρίζονται κι εγώ γελάω πολύ.
Η αδερφή μου -μη με μαλώσετε- λέει το Γιώργο κάφρο κι ο Γιώργος τη λέει σκυλί. Άρα έχουμε και κατοικίδια στο σπίτι μας, που είναι μπουρδέλο. Το βράδυ ο μπαμπάς και η μαμά αρρωσταίνουν.
Γι αυτό και δεν μας αφήνουν να πηγαίνουμε στο σαλόνι το βράδυ, για να μην κολλήσουμε κι εμείς. Και η μαμά και ο μπαμπάς φωνάζουν σα να πονάνε, πιο πολύ η μαμά.
Εγώ θέλω να πάω να δω τι πάθανε, αλλά τα αδέρφια μου δεν με αφήνουν. Θα φοβούνται κι αυτοί μήπως κολλήσω κι εγώ.
Πάντως μια φορά που πήγα κρυφά στο σαλόνι είδα τη μαμά και τον μπαμπά να έχουν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλο, και φώναζαν, επειδή δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν.
Έτρεξα τότες κι εγώ να βοηθήσω να ξεκολλήσουν, αλλά ο μπαμπάς όταν με είδε τσατίστηκε και με είπε μαλακισμένο και μου είπε φύγε και μου πέταξε και την παντόφλα.
Θα φοβήθηκε κι αυτός μήπως κολλήσω κι εγώ.
Την επομένη ο Πέτρος μου είπε ότι είμαστε δώδεκα αδέρφια επειδή δεν έχουμε τηλεόραση, αλλά εγώ δεν τον κατάλαβα.

Φτάνει τόση η έκθεση;


-------------------------------------------------------------------------------

ΓΙΑΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΜΕ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ!!!

  1. Γιατί έχουμε θάλασσα να την πιεις στο ποτήρι.
  2. Γιατί το καρπούζι το αγοράζουμε ολόκληρο κι όχι σε φέτες.
  3. Γιατί ¨καμάκι΄΄ και ¨σουβλάκι΄΄ είναι το πρώτο ποίημα που μαθαίνουμε.
  4. Γιατί τους μεζέδες που συνοδεύουν το τσιπουράκι δε τους φτάνει κανένα ¨ορντέβρ΄΄.
  5. Γιατί στην Ελλάδα κάθε νύχτα τελειώνει το επόμενο πρωί.
  6. Γιατί λουλουδοπόλεμος δεν υπάρχει σε καμιά άλλη χώρα.
  7. Γιατί πίνουμε ένα ποτηράκι παραπάνω χωρίς να μας πίνει.
  8. Γιατί το φλερτ είναι το εθνικό μας χόμπι.
  9. Γιατί δε μοιραζόμαστε τη βενζίνη στο αυτοκίνητό μας μ΄ αυτούς που βάζουμε μέσα.
  10. Γιατί δε κάνουμε ποτέ επίσκεψη με άδεια χέρια.
  11. Γιατί η λέξη ¨κερνάω΄΄ υπάρχει στο λεξιλόγιό μας.
  12. Γιατί η λέξη φιλότιμο δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα.
  13. Γιατί άντε να εξηγήσεις στο ξένο τι σημαίνει ¨καψούρα΄΄.
  14. Γιατί βράζει το αίμα μας.
  15. Γιατί στην Ελλάδα η οικογένεια έχει ακόμα αξία.
  16. Γιατί τα καταφέρνουμε πάντα, έστω και την τελευταία στιγμή.
  17. Γιατί δε μασάμε μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς.
  18. Γιατί για τα μάτια μιας γυναίκας κάναμε δέκα χρόνια πόλεμο.
  19. Γιατί όταν οι ξένοι δεν έβρισκαν λέξεις έκλεβαν τις δικές μας.
  20. Γιατί καλή η κιθάρα και το όμποε αλλά το μπουζούκι βγάζει άλλο ήχο.
  21. Γιατί το ¨Αι Γενεαί Πάσαι΄΄ της Μ. Παρασκευής μας σηκώνει την τρίχα κάγκελο.
  22. Γιατί όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, Έλληνα θα βρεις από κάτω.
  23. Γιατί ερωτευόμαστε και μισούμε με πάθος.
  24. Γιατί τις δύσκολες ώρες μας τις περνούμε με φίλους κι όχι με τον ψυχίατρό μας.
  25. Γιατί ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Περικλής, ο Χατζιδάκις, η Μελίνα, ο Ελύτης και τόσοι άλλοι, ήταν Έλληνες.
  26. Γιατί όταν οι ξένοι ανακάλυπταν το κρέας εμείς είχαμε ήδη χοληστερίνη.
  27. Γιατί όταν οι άλλοι φορούσαν προβιές ζώων εμείς υφαίναμε αραχνοΰφαντους χιτώνες.
  28. Γιατί όταν εμείς φτιάχναμε τον Παρθενώνα οι άλλοι κοιμόταν πάνω στα δέντρα.
  29. Γιατί λες : ¨ένα γλυκό χωρίς΄΄ κι όλοι καταλαβαίνουν πως πρόκειται για φραπέ.
  30. Γιατί μπορούμε να παρατήσουμε τα πάντα για έναν μεγάλο έρωτα.
  31. Γιατί στη γλώσσα μας διακρίνουμε μεταξύ έρωτα και αγάπης. Ξέρουμε όμως να τα ζούμε με πάθος και τα δυο.
  32. Γιατί όταν πονάμε ξέρουμε να κλαίμε και να χορεύουμε τη ζεμπεκιά με πάθος.
  33. Γιατί ο Έρωτας ήταν Έλληνας θεός.
  34. Γιατί μπορεί να είμαστε οξύθυμοι αλλά ποτέ δε κρατάμε κακία.
  35. Γιατί κανείς άλλος δε χαίρεται για την καταγωγή του όσο εμείς.
  36. Γιατί παρόλο που γνωρίζουμε τον κίνδυνο, τολμάμε.
  37. Γιατί η τρέλα στην Ελλάδα πάει με χίλια. Γι αυτό όλοι τρέχουμε στο δρόμο.
  38. Γιατί δουλεύουμε για να ζούμε και δε ζούμε για να δουλεύουμε.
  39. Γιατί έχουμε του κόσμου τα ελαττώματα και παρ΄ όλα αυτά είμαστε ακαταμάχητοι.
  40. Γιατί η ζωή μας είναι στο ¨δυνατό΄΄ ενώ των ξένων είναι στο ¨αθόρυβο΄΄.
  41. Γιατί όταν φωνάζουμε ¨αδερφέ ή φίλε΄΄ στο δρόμο, όλοι γυρνάνε.
  42. Γιατί κάνουμε τις περισσότερες καταχρήσεις κι όμως ζούμε περισσότερο.
  43. Γιατί ακόμα κι ο Αϊνστάιν παραδέχτηκε ότι οφείλει πολλά σε έναν Έλληνα.
  44. Γιατί όταν συζητάμε για δίαιτα, είμαστε πάντα στο τραπέζι και τρώμε.
  45. Γιατί μιλάμε δυνατά και γελάμε με την καρδιά μας.
  46. Γιατί είμαστε οι μόνοι που ξεκινάμε το μεσημέρι για καφέ, συνεχίζουμε με ούζο και καταλήγουμε να πίνουμε μέχρι το πρωί.
  47. Γιατί κυκλοφορούμε στις δυο το βράδυ στο δρόμο και δεν αισθανόμαστε να συμμετέχουμε σε θρίλερ.
  48. Γιατί έχουμε πάντα μια λύση – έστω και πλάγια – για όλα.
  49. Γιατί οι γονείς μας δεν ξεχνάμε ότι υπάρχουμε μόλις κλείσουμε τα δεκαοχτώ. Συνεχίζουν να μας ταΐζουν μέχρις ότου χρειαστεί.
  50. Γιατί το πιο αντιπροσωπευτικό σύνθημα για μας, είναι : ¨για την Ελλάδα ρε γαμώτο΄΄.
  51. Γιατί όταν θέλουμε να λιαστούμε, έχουμε και αμμουδιά και θάλασσα. Δε βολοδέρνουμε στα σιντριβάνια και στα γρασίδια.
  52. Γιατί βλέπουμε τον ουρανό γαλάζιο κι όχι μολυβί.
  53. Γιατί εδώ που ζούμε όλο το χρόνο, ο ξένος το έχει σκοπό ζωής να ΄έρθει μια βδομάδα.
  54. Γιατί η Ελλάδα είναι μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους.
  55. Γιατί είχαμε μάγκες προγόνους.
  56. Γιατί ξέρουμε τι θα πει κέφι.
  57. Γιατί μιλάμε καλά τις ξένες γλώσσες, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν οι ξένοι με τα Ελληνικά.
  58. Γιατί εμείς γράψαμε την Ιλιάδα κι οι ξένοι την έκαναν έργο χιλιάδες χρόνια μετά.
  59. Γιατί μας αρέσει τα λεφτά και τα ψάρια, να τα τρώμε πάντα φρέσκα.
  60. Γιατί πληρωνόμαστε Παρασκευή και Δευτέρα πρωί δεν έχουμε ούτε για τσιγάρα.
  61. Γιατί η μάννα μας κάθε Αύγουστο απλώνει τραχανά. Οι άλλοι τί απλώνουν;
  62. Γιατί όταν φοράμε πέδιλα δε τα φοράμε με κάλτσες.
  63. Γιατί μόνο στην Ελλάδα ο σουβλατζής ρωτάει κατάμουτρα : ¨τί να σου βάλω μέσα κοπελιά΄΄ και όχι μόνο δε παρεξηγείται, αλλά του λέει με θράσος : απ΄ όλα βάλε μου΄΄ και τον ευχαριστεί κι από πάνω.