Πατήστε στη δεξιά στήλη, στα εξώφυλλα, για να διαβάστε τo κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί όλα τα άρθρα και πολύ περισσότερο τα άρθρα του αείμνηστου «Δισολύμπιου»

που ήταν γραμμένα σε πολυτονικό.

ΤΥΦΛΑ ΣΗΜΕΙΑ (editorial τ. 1)

Μια βροχή ειναι δυνατόν να σε κάνει να μελαγχολήσεις. Και ξαφνικά το σπίτι σου μοιάζει σαν γιορτή που σε μια στιγμή εξαερώθηκαν όλοι οι καλεσμένοι. Μια μικρή, προσωπική Χιροσίμα.
Ποιός φταίει για τη μοναξιά μας; Μέχρι πρότινος κατηγορούσαμε τους άλλους. Το περιβάλλον. Τα σκυλάδικα ήθη. Τους πάντες και τα πάντα θέλοντας απλώς να μεταθέσουμε το πρόβλημα.
Αλλά δεν ξέραμε τι μας περίμενε. Γιατί την ερημιά του την έχει ο καθένας μέσα του. Είναι σαν τη μοίρα μας. Είναι σαν μια ουλή.
Τι την προκάλεσε;
Οταν είσαι μικρός και άβγαλτος και θές να μάθεις τη ζωή και να κατακτήσεις τον κόσμο, βγάζεις τις κεραίες σου, όπως το σαλιγκάρι και παίρνεις τους δρόμους. Και τρέχεις, ρουφάς εικόνες και εμπειρίες, μέχρι να συναντήσεις το πρώτο εμπόδιο. Κλείνεσαι τότε στο καβούκι σου και αναμετράς τον κίνδυνο. Αν η περιέργειά σου είναι πιο δυνατή απ’ το φόβο σου, απλώνεις πάλι διστακτικά τις κεραίες σου μέχρι να φάς την επόμενη σφαλιάρα.
Σιγά σιγά ο φόβος συσσωρεύεται, οι υπολογισμοί πυκνώνουν, το αίσθημα της περιπέτειας χλωμιάζει και η εξερεύνηση γίνεται όλο και πιό δύσκολη. Κάθε δυσκολία, κάθε σφαλιάρα αφήνει ένα μικρό τραύμα πάνω σου, μιά ουλή.
Το θέμα είναι τι κάνεις μετά. Υποκύπτεις στο φόβο και κλείνεσαι στον εαυτό σου ή απλώνεις τις κεραίες και δεν τις ξαναμαζεύεις ποτέ πιά;
Στην προσωπική μας ζωή, ο φόβος μας κυβερνά και οι ουλές έχουν γίνει πάνω μας αρκετές. Είναι που τα περισσότερα πράγματα ανακόπηκαν την ώρα που έπρεπε να ενθαρυνθούν.
Αυτές οι ουλές φτιάχνουν τις παραμορφώσεις.
Άλλους τους κάνουν σκληρούς, φασίστες ή βλάκες, άλλους φανατικούς στο τίποτα, κακούς και παθολογικά ανεπαρκείς στα αισθήματα. Κι οι περισσότεροι βιώνουν τη ζωή τους ζώντας σε μια γοητευτική σκοτοδίνη.
Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτά τα τυφλά σημεία. Είναι εκείνες οι κρίσιμες στιγμές που μπροστά σ’ ένα εμπόδιο σταμάτησε η ελπίδα. Αυτό άλλους τους έκανε γουρούνια κι άλλους ποιητές και κάποιους άλλους (που πιστεύω ότι εκεί ανήκουμε και μείς) απλώς μας έκανε λιγάκι πένθιμους. Αυτό το πένθος μας έσπρωξε να αντιδράσουμε μηχανικά, να βγούμε απ’ την νάρκη και την αηδία και να κάνουμε κάτι.
Παρ’ ότι είναι δύσκολο να πας κόντρα στο περιβάλλον σου (αφού κάθε τι νέο είναι εύθραυστο κι αβοήθητο), βγάλαμε ένα περιοδικό αλλιώτικο, γεμάτο ομορφιά, πνεύμα και μέλλον. Αλλά πολλοί θα πούν οτι βγήκαμε απο ένα καπρίτσιο. Πιστεύω οτι δεν θα υποκύψουμε στο φόβο της στιγμής. Θα μιλάμε γιαυτά που αγαπάμε, γιαυτά που πρέπει να γίνουν, για πράγματα που αξίζουν και δίνουν στο μάταιο κόσμο νόημα. Και κυρίως θα λέμε αυτά που μέχρι τώρα δεν μπορούσαν ή δεν τολμούσαν να πούν αυτοί που κατα καιρούς είχαν και έχουν στα χέρια τους ένα μολύβι ή ένα πληκτρολόγιο.
Γιατί την ελευθερία της έκφρασης δεν θέλουμε να την χάσουμε ποτέ. Κι επειδή εχθρός της ελευθερίας της έκφρασης είναι η βία που εκφράζεται μέσω της όποιας μορφής εξουσίας γιαυτό και μείς δηλώνουμε αντιεξουσιαστές και αναρχικοί. Κι ας μας πληγώνει η πατρίδα μας μέσω αυτών που την εξουσιάζουν, ας μας περιθωριοποιεί. Εμείς θα είμαστε εδώ να σας θυμίζουμε το πετυχημένο σύνθημα σε τοίχο : «αποποινικοποιήστε την ελεύθερη σκέψη»
Χωρίς να ξαναμαζέψουμε τις "κεραίες" μας.

Κι όπως είπε κι ένας απ’ τους σημαντικότερους Γάλλους σκηνοθέτες, ο Μορίς Πιαλά, όταν παραλάμβανε τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών το ’87 και δέχτηκε την αποδοκιμασία μερίδας του κοινού:
"Άν δεν σας αρέσουμε, μπορούμε να πούμε πώς ούτε και σείς μας αρέσετε"

ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ (editorial)

Απευθυνόμενος σ’ ένα αναγνωστικό κοινό ο σκοπός σου είναι να σε διαβάσουν κατ’ αρχήν, να σε παραδεχτούν και αν είναι δυνατόν, να συμφωνήσουν στην άποψη οτι κατάφερες και εξέφρασες αυτό που και οι ίδιοι πίστευαν αλλά δεν είχαν κατορθώσει να το αρθρώσουν σε συγκροτημένο λόγο.
Είναι τελικά μια παγίδα για ευάλωτα νεύρα αλλά σ’ αρέσει αυτό που κάνεις.
Δικαιολογίες για αυτά που γράφεις δεν μπορείς (ή καλύτερα δεν θέλεις) να έχεις, για τον απλούστατο λόγο οτι δικαιολογίες χρειάζεται κάποιος για τις πράξεις του κι οχι για τις απόψεις του.
Δεν μπορείς να αναζητήσεις καμμία δικαιολογία για μια αυθαίρετη επιλογή του εγκεφάλου σου.
Κάπου έγραφε : Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε τους ανθρώπους να φτάσουν να μιλάνε με χρώματα και νότες. Δε γίνεται όμως αυτό. Γιατί τα χρώματα κι οι νότες απαιτούν ευαισθησίες και οι ευαισθησίες σημαίνουν εξωτερικεύσεις κι αυτό σ’ ένα κόσμο σαν τον δικό μας δεν επιτρέπεται.
Ας τις αφήσουμε λοιπόν να εκφραστούν όταν και όπως θέλουν. Γιατί αυτές θα βγάλουν αποτέλεσμα και δημιουργία.
Γιατί η ευαισθησία τελικά είναι αυτό που βγαίνει μέσα απο την Γκουέρνικα του Πικάσσο, τον Ηνίοχο των Δελφών, την "Ενάτη" του Μπετόβεν. Είναι αυτό που βγαίνει και μέσα απ’ αυτή τη δικιά μας προσπάθεια – αυτή που κρατάτε στα χέρια σας – όπως και όσο την αξιολογήσετε.
Γιαυτό λέμε ότι τελικά η ευασθησία είναι πράγματι δημιουργία.
Ας αφήσουμε τους άλλους να υπεκφεύγουν, με δουλειά, επιχειρηματικά σχέδια και όνειρα. Καλή είναι η αίσθηση της δημιουργίας, αλλά όσον αφορά την σταδιοδρομία (ιταλ. carriera) απο ενα σημείο και μετά έχει τη γεύση της απελπισίας. Φτάνουν πιά οι κλακαριστές αρθρώσεις, οι κολαριστές γραβάτες, το επιτιμητικό βλέμα των δήθεν επιτυχημένων πάσης φύσεως. Έτσι κι αλλιώς εμείς πάντα θέλαμε μια δουλειά που να σου εξασφαλίζει τα απαραίτητα προς διαβίωση μέσω των πράξεων που ούτως ή άλλως θα έκανες. Ας σταματήσουμε να υπακούμε πια στα κλισέ του εαυτού μας κι ας πάψουμε να διαφιλονικούμε με τα αόρατα. Πρέπει να μετανοιώσουμε για τα λάθη μας και να καταπολεμήσουμε τον επώδυνο μετεωρισμό της ηλικίας μας. Να συνάψουμε ειρήνη με τα κόμπλεξ μας και να επουλώσουμε τα τραύματά μας με χάδια. Να πάψουμε να εφαρμόζουμε θηριώδεις γεωμετρικές αρχές πάνω στην εύθραυστη και χαώδη ζωή μας.
Ωριμάζουμε – ούτως ή άλλως – ας πιούμε ένα ποτό χωρίς δράματα.

ΓΙΓΩΝΙΣ ΑΚΡΑ (editorial)

Πινελιά στο χρυσοκίτρινο αντίο του ήλιου, στο δρόμο του προς τη Δύση.
Η αιωνιότητα μέσα από τη στιγμοτυπία.
Το κλικ του αεροβάτη φωτογράφου από το ύψος της μοναξιάς, του περιπάτου και της επαφής του τοπίου μέσα από ουρανούς ορατούς ή και αόρατους.
Εναέριες περιπλανήσεις, αέρινες θωπείες, συνομιλία με τους θεούς θάλασσα και ουρανό.
Μιά ανάσα για τη συνέχεια της ζωής, μια φευγαλέα μύηση στην όντως φύση, στη μεγαλοπρέπεια του απλού.
Μαγευτικό τοπίο με πρώτο πλάνο το "Φανάρι" μας. Τα μάτια καρφώνονται στη στιγμή. Ζητάς να ρουφήξεις τις εναλλαγές λεπτό το λεπτό. Ολοένα πιο πορφυρά, ο ουρανός και η θάλασσα γύρω. Αλήθεια ποιος είπε πως κάθε τι συναρπαστικό, ατόφιο, υπέροχο, αν τύχει και το απολαμβάνεις χάνει τη μαγικότητά του;
Μήπως αν ανακαλύψεις τη λεπτομέρεια της στιγμής; Τη μοναδικότητα;
Ίσως τότε βρεθείς στο μεγαλείο της φύσης, αρκεί ν' ανοίξεις τα μάτια, την ψυχή και να ντυθείς στη στιγμή.
Ελεύθερος όπως λέμε "αιθερόπλωος".

ΜΕ ΛΕΝΕ "ΕΞΕΓΕΡΣΗ".

Η ηλικία μου απροσδιόριστη.

Πρέπει να γεννήθηκα τότε που φύτρωσε το παράπονο στο στήθος του σκλάβου και η αδικία έγινε το καθημερινό ψωμί στα τραπέζια του κόσμου. Το σώμα μου τράφηκε με ποτάμια αίματος, με αλυσίδες, με θυσίες, με ανισότητες.

Με λένε εξέγερση

Απόκτησα χίλια πρόσωπα, πότε γροθιά, πότε κραυγή, πότε παράπονο, πότε οδόφραγμα, πότε ντουφέκι, πότε πλακάτ και πύρινος λόγος, μα πάντα παρούσα και καλπάζουσα στα σταυροδρόμια της ιστορίας.

Με λένε εξέγερση

Αφουγκράστηκα τους μύχιους πόθους της ανθρώπινης δυστυχίας και έγινα αποκούμπι, λυτρωτής και φωτοδότης σε καθημερινούς Γολγοθάδες που γίνονται Αναστάσεις και Λυτρώσεις.

Έγινα αμέτρητες φορές το καθαρτήριο της ανθρώπινης συνείδησης, η νέα αυγή σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και απάνθρωπο.

Με λένε εξέγερση

Γύρισα όλα τα μέρη του κόσμου. Άλλοτε στη Ναζαρέτ, άλλοτε στην Αγία Πετρούπολη κι άλλοτε στην Τιέν αν Μεν. Εγινα έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα, κατάληψη στο κάστρο της Βαστίλης.

Μάης Παρισιάνικος, Άνοιξη στην Πράγα, ροβόλημα στους δρόμους της Αβάνας. Πότε σπαθί στο χέρι του Σπάρτακου, πότε βόλι στο καρυοφίλι του Καραϊσκάκη, πότε λόγος

θεϊκός στης Ιερουσαλήμ τα τείχη, πότε αντάριασμα πότε σφεντόνα παιδική στης Παλαιστίνης την ιντιφάντα και πότε κεφάλι ανοιγμένο στου Βιετνάμ τους ορυζώνες, στου Σιάτλ το μετερίζι.

Με λένε εξέγερση

Αδίκησα κι αδικήθηκα, εμπιστεύθηκα κι απογοητεύτηκα, ξεκίνησα μα δε τερμάτισα, κοιλοπόνεσα μα δε γέννησα, γονάτισα μα σηκώθηκα, γιατί ταυτίστηκα με τους ανθρώπους, γιατί είμαι δικό τους έργο.

Με λένε εξέγερση

Κι αγάπησα τους Έλληνες, έγινα σύντροφος κι ιδρώτας στην πονεμένη πορεία τους στο χρόνο.Ήμουνα ράσο λυτρωτικό στην άγια Λαύρα τους και πύρινα λόγια Βελεστινλήδων

στα Βαλκάνιά τους, τα ματωμένα στάρια τουςστο Κιλελέρ τους, τα νεκρά κορμιά των καπνεργατών στη Σαλονίκη του ’36 τους.

Κι έπειτα έγινα ΟΧΙ βροντερό στα χείλη τους κι αντάρτικο τραγούδι στα θρυλικά βουνά τους.

Κι αργότερα πυρπόλησα τις καρδιές τους στη Λευκωσία και την Κερύνεια, κι έγινα αγώνας Ανένδοτος και βήμα γοργό στα πόδια του Λαμπράκη και 1-1- 4 στις διαδηλώσεις της ψυχής τους.

Με λένε εξέγερση

Με φυγάδευσαν στη σιωπή και στο βόλεμα τα σκοτεινά χρόνια των αμερικανόδουλων πρακτόρων. Χώθηκα και πλαδάρεψα εφτά χρόνια μαζί με τους Έλληνες στις πολυθρόνες της ντροπής και της υποταγής. Μου ρούφηξε το αίμα ο Άγνωστος πόλεμος της τηλεόρασης και η αποβλάκωση των γηπέ-δων. Έκανα πως δεν άκουγα τις κραυγές αυτών των λίγων που σάπιζαν στις Γυάρους και τις Μακρονήσους

Με λένε εξέγερση

Και ξανάνιωσα στις φλογισμένες καρδιές των φοιτητών. Ξανάδα τον ήλιο στην ταράτσα της Νομικής, ξαναγεννήθηκα στα αμφιθέατρα και τους διαδρόμους του Πολυτεχνείου το ’73.

Με λένε εξέγερση, με λένε «Εδώ Πολυτεχνείο - Εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων»

Τρεις μέρες γιόρταζα την άνοιξή μου κι ήταν Νοέμβρης.

Έκλεισα την τηλεόραση, άνοιξα το ραδιόφωνο, άνοιξα τις πόρτες, βγήκα στους δρόμους.

Με λένε εξέγερση

Έσφιξα τα δόντια και χαμογέλασα στη Μεταπολίτευση και πριν προλάβω να ξαποστάσω είδα φίλους χτεσινούς να με εξαργυρώνουν, πολιτικάντηδες να μου κάνουν στριπτήζ στα μπαλκόνια, χτεσινούς εραστές να μ’ απατάνε στην αγκαλιά της εξουσίας.

Έγινα εμπόρευμα και φανφάρες, κόκινα παχιά χαλιά επισήμων, λόγοι δεκάρικοι σε καλοταϊσμένα στόματα ψευδεπίγραφων αγωνιστών.

Ασέλγησαν στο κορμί μου, με κάναν γιορτή καθεστωτική και με αποστέωσαν αυτοί που στην ουσία ποτέ δεν μύρισαν το άρωμά μου.

Με λένε εξέγερση

Λένε πως τώρα δεν έχω ζωτικό χώρο στα όνειρά σας. Λένε πως η ζωή σας έγινε

εικονική πραγματικότητα, φαστ φουντ, κινητή ψευδεμονία, τζόγος χρηματιστηριακός

και πασαρέλα μιας ομορφιάς επίπλαστης, ντυμένης με τα σινιέ ρούχα της μοναξιάς σας Κι όμως, εγώ είμαι πάντα εδώ, κρυμμένη σε κάποια σκοτεινή γωνιά σας. Όταν θα τελειώσετε με τα “limit up” σας, όταν θα σας λιώσει το ελαστικό ωράριό σας, όταν θα σας πνίξει η μπόχα των αποβλήτων του τεχνικού πολιτισμού σας, όταν χτυπήσει και τη δικιά σας πόρτα ο ρατσισμός και ο αποκλεισμός για τον οποίο τώρα αδιαφορείτε, όταν θα γίνετε και σεις θύματα τούτης της παγκοσμιοποίησης που τώρα θεοποιείτε, όταν συνειδητοποιήσετε οτι είστε τα αναλώσιμα υλικά στην κρεατομηχανή των πολυεθνικών . . .

τότε θα με θυμηθείτε.

Γιατί με λένε εξέγερση και είμαι η συνείδησή σας.

Γιατί πάντα θα σας φλογίζω τις ψυχές με τα λόγια του Τσε :

«Μας φαίνονταν μεγάλοι γιατί ήμασταν γονατιστοί . . .
Άς εγερθούμε»

Κύκλος ζωής

Δεν υπάρχει θάλασσα πλέον γι αυτό το τρεχαντήρι. Κι ας είναι δίπλα του. Τέλεψε το πάθος κι η αγάπη του καπετάνιου που κάποτε αντιμετώπιζαν αντάμα φουρτούνες και απολάμβαναν μπονάτσες. Ίσως μαζί με το κουφάρι, παραιτήθηκε κι αυτός απ’ τη ζωή. Η γη υποδέχεται, όπως πάντα, την παραίτηση της ανθρώπινης δημιουργίας. Λυπημένο υπόλοιπο – λείψανο, πεταμένο έξω απ’ τον φυσικό του χώρο, σαν αυτή να είναι η μοίρα του. Ίσως κι έτσι νάναι. Έτσι γίνεται πάντα. Αφήνουμε πίσω μας εκείνα που μας συντάραξαν, εκείνα που μας βοήθησαν να διευρύνουμε το νου μας, να καλύψουμε τις ανάγκες μας.
Ευτυχώς όμως δεν είναι το κάθε τι αυτό που φαίνεται. Γιατί η σκουριά κι η αρμύρα δημιουργούν μια αναζωογονητική πνοή για την πνευματουργή μας όραση. Κι επειδή όλα έχουν ένα τέλος, μια κατάληξη, ας αφήσουμε τη γη να τα’ αγκαλιάσει επειδή αυτή ξέρει να αφομοιώνει και να εντάσσει στον κύκλο ζωής κάτι που ποτέ δε χάνεται πραγματικά. Χάνεται μόνο ο σεβασμός μας κι η αγάπη μας γι’ αυτά τα λυπημένα απομεινάρια , τα λείψανα της ζωής, αυτά που πεταμένα έξω από τον φυσικό τους χώρο είναι σαν να καταλαβαίνουν ότι αυτή είναι η μοίρα τους (μας).

Αλίμενοι στοχασμοί (editorial)

«Θα περιμένω, σε παραλία ερημική, τ’ άγριο κύμα να μου φέρει τη ματιά σου». Μπορεί ένα πετράδι ή ένα φιλί ή ένα όνειρο. Ή όλα αυτά μαζί. Αντικατοπτρισμοί απ’ τη «Μυθολογία» του Χατζιδάκι. Αφορμή για αλίμενους διαλογισμούς. Πλάι στο βράχο, κύματα–στιγμές που ξελογιάστηκαν, αφρισμένα οράματα που αλάργεψαν για να λογαριαστούν στο πέλαγο της ζωής. Σκέψεις λαξεμένες, κατάβαθες φωνές της ψυχής, απο θαλασσινές σπηλιές πολεμικά τραγούδια. Ενάλιες επιθυμίες, ρέμβη και ρίγος της θύμησης, αδάμαστοι φτερουγισμοί, απλωμένα πανιά που ψάχνουν απάγκιο στην τρικυμία. Μνήμες διαβατάρικες, χτύποι ταξιδιάρικοι. Ζωή σαν το κύμα, μιά μπουνάτσα και μιά αντάρα, γαλάζιοι χρωματισμοί, αφρισμένη απεραντοσύνη, μαρτυρία της γέννησης, της αυγής. Σελαγισμός της ελπίδας μας εκεί που το κύμα γλυκοφιλεί το βότσαλο. Ελύτειο σάλπισμα. Παντιέρες για νέες σταυροφορίες ανεμίζουν άγρυπνοι καραβοκύρηδες. Εμβατήρια του λογισμού που άφησαν πίσω τα μουράγια της λύπης και των στεναγμών και ξανοίχτηκαν για μακρινούς ορίζοντες. «Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιό σίγουρη στιγμή της πλώρης που χαρούμενη σκίζει τις υγρές ελπίδες καλών ανθρώπων» λέει ο ποιητής. Νιότη που φτεροκοπά, αλαργεύει και σκορπιζει τη μοναξιά. Χίμαιρες, αναφιλητά, οπτασίες, καθαρμοί αναχωρητές. Θρήνοι, σινιάλα, σειρήνες, της πλωριάς γοργόνας το τραγούδι. Καημοί, όνειρα, πολυκύμαντη ευτυχία.

Ζωοδότρα θάλασσα, αποθυμιά. Αρχιπέλαγος των θαυμάτων. Δοξολογία των αέρηδων, ευωδιές απο θυμιάματα, απόδειπνοι ψαλμοί του μπάτη, του Ζέφυρου, του φλοίσβου. Σεφέρειο ανθογυάλι της ψυχής μας.

Η ιεροτελεστία της ΑΝΟΙΞΗΣ (editorial)


Καμία άλλη εποχή, στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, δεν έχει υμνηθεί τόσο πολύ όσο η Άνοιξη.

Γιατί καμία άλλη εποχή δεν κατάφερε να εμπνεύσει με διαστάσεις πλήρους έντασης και τραγωδίας τους δημιουργούς της.

Απο την αρχαία εποχή μέχρι τις μέρες μας, η Άνοιξη και ότι αυτή συμβολίζει με την αναδημιουργία της πλάσης και των ιδεών, με την ανάσταση του κόσμου και του έρωτα, σηματοδότησε το νέο που έρχεται, την πάλη ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, την εγκατάλειψη της μιζέριας και την ελπίδα που τόση ανάγκη έχει ο κόσμος.

Η γενεαλογία των εποχών άλλωστε, είναι συνyφασμένη με τον κύκλο ζωής του ανθρώπου. Γέννηση και θάνατος. Αρχή και τέλος. Γιατί το τέλος είναι η αρχή της αρχής. Εκεί που όλα σκοτεινιάζουν και το φως χάνεται μέσα στα θλιβερά μπουντρούμια της πολιτικής, της ζωής, του έρωτα, εκεί που τα εφιαλτικά πλοκάμια τυλίγουν την τελευταία ανάσα, εκεί στο τέλος, γεννιέται η εκτυφλωτική λάμψη, ο ζωοδότης ήλιος, το ανέσπερο ποτάμι της ελπίδας.

Αυτή τη χαρά, τη δημιουργία, την ανάταση θέλουμε να μοιραστούμε και να μεταδώσουμε στους αναγνώστες μας. Στους ανθρώπους που παλεύουν με τα καθημερινά τους προβλήματα. Σ’ αυτούς που γίνονται δέκτες των πιό άθλιων ειδήσεων του κόσμου, που πατάνε το κουμπί της τηλεόρασης να ξεφύγουν για λίγο και βομβαρδίζονται με πολέμους, δολοφονίες, νέα οικονομικά μέτρα. Στα παιδιά που ψάχνουν μια θέση στον ήλιο και τους γονείς που αγωνιούν για το Αύριο. Στους εργαζόμενους που πρέπει να εξασφαλίσουν τον επιούσιο της οικογένειας. Σ’ όλους αυτούς που ψάχνουν και ψάχνονται, είναι αφιερωμένες οι επόμενες σελίδες.

Απ’ την "Σονάτα του Σεληνόφωτος" του ανεπανάληπτου Γιάννη Ρίτσου, μέχρι την "Χαμένη Άνοιξη" του Τσίρκα ή ακόμα και την ηρωϊκή έξοδο του Μεσολογγίου, το ζητούμενο είναι το ίδιο :

Η αέναη αναζήτηση της Αλήθειας και της Αξιοπρέπειας.

Η εποχή αυτή προσφέρεται για απολογισμούς, προγραμματισμό και συγκρίσεις.

Κλείστε τον διακόπτη της μνήμης και θα αισθανθείτε την ασύγκριτη διαφορά.

Γιατί όσα συμβαίνουν είναι μέσα μας κι ότι γεννιέται βγαίνει απ’ τα σπλάχνα μας.

Ελπίδες του κόσμου μας

Καλώς ορίσατε ελπίδες του κόσμου μας και του αυριανού. Ήρθατε την κατάλληλη ώρα. Την ώρα που σας χρειαζόμασταν. Την ώρα που η Γη χρειάζεται καινούριες σημαίες, ιδέες, τραγούδια, συνθήματα.
Την ώρα που η οικουμένη γέμισε με συμβιβασμένους, ψεύτες, δειλούς, υπηρέτες, διπρόσωπους,
Σας περιμέναμε σαν τη λαχτάρα του άρρωστου για γιατρικό, σαν την ελπίδα του ερωτευμένου για αγάπη.
Σαν την λαχτάρα της Ειρήνης και της Αλήθειας που μόνη τους ελπίδα για να μην πεθάνουν είστε εσείς.
Εσείς που γεννηθήκατε από ανθρώπους που δεν τους νοιάζει σε τι κόσμο θα ζήσετε. Από ασυνείδητους και συμβιβασμένους που δηλητηριάζουν αέρα, θάλασσες και ιδέες. Από φιλοτομαριστές και "ωχαδερφιστές".

Γι αυτό μπείτε μπροστά και αφήστε εμάς. Ξεπεράστε μας. Παλέψτε και οικοδομήστε έναν κόσμο καλύτερο. Πλουσιότερο σε ηθικές αξίες και Ανθρώπους.
Μια κοινωνία, όπου ξυπνάς, ζεις και κοιμάσαι σαν Άνθρωπος.
Και μη φοβάστε προπαντός. Να μη φοβάστε ούτε τα λάθη σας. Γιατί απ’ τα λάθη μαθαίνεις.
Χωρίς λάθη δεν θα υπάρχει τίποτα για να διορθώστε.
Προσπαθήστε μόνο να είστε ενωμένοι. Έτσι κι αλλιώς ο κάθε κόσμος που υποδέχεται τις νέες γενιές είναι σκληρός κι αμείλικτος. Θέλει να θάψει κάθε τι το καινούριο. Θέλει να φτιάξει ότι του μοιάζει. Θέλει μια κοινωνία γεμάτη υπηρέτες και φερέφωνα.
Γι αυτό παλέψτε. Παλέψτε για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη. Μια δικαιοσύνη που καθημερινά ποδοπατείται, ξεφτιλίζεται και διαστρεβλώνεται. Και κάντε σημαία σας την Ευθύνη.
Μόνο τότε θα έχει ελπίδα ο κόσμος, όταν δεν θα υπάρχουν ανεύθυνοι, αμέτοχοι και "πολίτες" χωρίς την ευθύνη αυτού του υπέροχου τίτλου.
Κι αν σας στεκόμαστε εμπόδιο, γκρεμίστε μας.
Καλώς ήρθατε ελπίδες του κόσμου μας.

Η άγρια χαρά του φυσικώς υπάρχειν


Χειμέρειες μέρες, λευκή ομορφιά, κατακτητές της διάθεσης και του τοπίου. Η φύση φανερώνεται μπροστά μας φιλάρεσκη και ζωοποιός. Μεταμορφώνεται για να μεταμορφώσει τον άνθρωπο, αλλά «ματαιοπονεί». Αδύναμοι, θωρακισμένοι και χειραγωγημένοι, αδυνατούμε να αφεθούμε ελεύθεροι, ή να σκλαβωθούμε στο θαύμα της, στη μαγεία της. Θάταν μια όμορφη σκλαβιά, όσο κι αν η μια έννοια αναιρεί την άλλη.

Στις λευκές κορυφές τα όρη και τα δέντρα αποκτούν μια άλλη ελεύθερη κατάσταση. Μέγα αφροδισιακό η λαχτάρα όλων μας να πατήσουμε, να κατακτήσουμε τις λευκές κορυφές. Απέραντο λευκό άγαλμα η Πίνδος. Πόσοι ξεψύχησαν στα ύψη της ώστε να μπορούμε σήμερα να την επισκεπτόμαστε σαν χειμερινοί ταξιδιώτες;

Ποιοί θεοί κατοίκησαν εδώ; Ποιά παρακαταθήκη άφησαν; Μαζοχιστές, σκληροτράχηλοι θεοί, μα και λάτρεις της ομορφιάς, του θαύματος του χιονιού. Ένα θαύμα, ναι, είναι η λευκή γή. Ένα μικρό θαύμα είναι και το σμίξιμο των οπτικών ινών με τούτο το θέαμα, η χαρά των παιδιών, η μύηση στις απροσδόκητες εμφανίσεις της φύσης. Ο λευκός ορίζοντας είναι ο ελάχιστος ύμνος στην ετερότητα, η αναλαμπή και η αναρχία του ζείδωρου στολισμού της γης. Η αιχμηρότητα της ψυχής εξαφανίζεται. Το χιόνι επικρατεί, διαλύοντας την ευταξία και την καθημερινότητα. Ορμητικό και ολόλευκο απλώνεται παντού. Στην ταραχή, τη χαρά, το σκίρτημα των παιδιών, στον εμπλουτισμό της γης, στην απόγνωση των φτωχών ορεισίβιων, στη διακοπή των συγκοινωνιών. Η απεραντοσύνη της λευκής ομορφιάς γίνεται ξαφνικά εχθρός. Πώς να αντέξει η αστική μας μετάλλαξη την παρατεταμένη παγωνιά των νιφάδων του χιονιού;

Ανεβαίνοντας στις χιονισμένες πλαγιές ανακαλύπτουμε την άγρια χαρά του φυσικώς υπάρχειν, βυθιζόμαστε στο κατάλευκο της ανεξαρτησίας του σώματος και του πνεύματος, νοηματοδοτούμε το αυτονόητο της ομορφιάς και των πηγών ζωής, η ανάσα μας βελτιώνεται. Το χιόνι, ο ορίζοντας και η ψυχή μας σφιχταγκαλιάζονται.

Εκ πάντων το εν, εξ ενός τα πάντα.

Πτήσεις

Λευκά και γκρίζα πουλιά της θάλασσας και των ανέμων, που αντικρίζουν καθημερινά τη μαγεία των αιθέρων, που απολαμβάνουν την ελευθερία, που παλεύουν για να εξασφαλίσουν την τροφή τους, που κάνουν πτήσεις χαμηλές και ψηλές.

Ένας απ’ αυτούς ζει μέσα μας.

Χειμέρειες καταστάσεις

Χειμέριες οι καταστάσεις,
η καταφυγή αντικαθιστά τους ανέμελους πλόες,
μονάζουν οι καιροί εγκλωβισμένοι και άρρητοι.

Tο φως του χιονιού


Παράθυρο στο φως του χιονιού , στην Αθήνα, εν μέσω ενός ήπιου χειμώνα. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ταπεινό παγκάκι που μας ταξιδεύει με την ακινησία του φορώντας το λευκό του ένδυμα.

Ένα κόσμημα, σ΄ ένα συνοικιακό παρκάκι, ένα φάντασμα κάλλους ή μια απίστευτη δροσοστάλινη νύφη, ανατρέπει την ταπεινότητα του ονόματός του και θεοποιεί για ακόμη μια φορά τη μάνα φύση με άπλετο φως και ... σκέψη.

Παράθυρο στο φως του χιονιού , στην . . . . . , εν μέσω ερέβους και ανελέητου χειμώνα. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κλαδί πεύκου που μας ταξιδεύει με την ακινησία του φορώντας το λευκό του ένδυμα.

Ένα υδάτινο πράσινο και συνάμα βουνίσιο κόσμημα, έξω από κάποιο τζάμι παραθύρου, ένα φάντασμα κάλλους ή μια απίστευτη δροσοστάλινη νύφη, ανατρέπει το σκότος και θεοποιεί για ακόμη μια φορά τη μάνα φύση με άπλετο φως και … σκέψη.

Το "αλογάκι" της Παναγιάς


Ντυμένος τον εξαίσιο πριγκιπικό μανδύα, σταμάτησε την αργόσυρτη πορεία του και στρέφει κοιτάζοντας προς το βέβηλο μάτι του φακού που εισδύει με θράσος στο δρόμο του. Ή μήπως ποζάρει κρυφά ξεφεύγοντας από την τελετουργία του παραμυθιού όπου μετέχει αυτός ο πρίγκιπας του μικρόκοσμου που απλώνεται σχεδόν αόρατος, απροσδόκητος, απέραντος κι εκθαμβωτικός κάτω από τα βήματά μας.

Σεπτεμβριανή μελαγχολία (editorial)

ΩΔΗ ΣΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Γλυκιά Σεπτεμβριανή μελαγχολία, μας παραδίδει την τελευταία αγκαλιά, τους τρυφερούς ψιθύρους, την αποδοχή της έλευσης νέων ημερών, εγκατεστημένων σε ηπιότερους τόνους σε βραδύτερο χρόνο. Το φθινόπωρο επαναστατεί και εγκαθιδρύει τη δική του ατμόσφαιρα. Τα πλοία άραξαν, ο βόμβος των μηχανών ησύχασε, το φθινοπωρινό θρόϊσμα αγγίζει το συναίσθημα που μαλακώνει και αναγνωρίζει τις αδυναμίες του. Σεπτέμβρης ο πρόναος της καθημερινότητας, το άγαλμα της χαρμόσυνης λύπης για κείνα που ακολουθούν, για κείνα που ανατράπηκαν τις μέρες του καλοκαιριού. Η θερινή εξέγερση παραμένει θερινή. Δύσκολα παγιώνεται στο μήνα αυτό και στους επόμενους. Έτσι ένα δαιμονικό σκίρτημα αντανακλάται στο κλάμα της σελήνης, στο κατάπληκτο γίγνεσθαι, στον πλούσιο χυμό της επιστροφής στα γνωστά, καθιερωμένα, τετριμμένα, υπάκουα στη λογική της διεκπεραίωσης. Οι θερινές νότες χάνουν την υγρασία τους, συναντώνται όμως με την άρπα της ωριμότητας ή της απόκτησης εμπειριών – εξαίσια μουσική. Δεν υπάρχουν πλέον μουσικοί να μελοποιήσουν τις μέρες του Σεπτέμβρη, δεν υπάρχουν τροβαδούροι να τραγουδήσουν την ομίχλη του, μήτε σκηνοθέτες να φυλακίσουν τη μελαγχολία του. Οι ποιητές φρικιούν μπροστά στα εγκλήματα της ανρθωπότητας και πετάνε τις γραφίδες τους. Μερικές φορές ο Σεπτέμβρης επιφυλάσσει οδυνηρές εκπλήξεις για τον άνθρωπο και τη ματαιοδοξία του.

Η τελευταία αγκαλιά στο μόλο. Το δάκρυ του μήνα. Το μήνυμα που στέλνουν οι ερωτευμένοι, οι αλαφροϊσκιοτοι, οι μεθυσμένοι, οι μοναχικοί από την πλημμύρα της εσωτερικής τους αναταραχής.

Ας κολυμπήσουμε στη φθινοπωρινή διασκέδαση, ας χορέψουμε στους παλμούς της Σεπτεμβριανής βάσης των συναισθημάτων, ας καθαρίσουμε τις θάλασσες από τους καλοκαιρινούς ρύπους και την αστική, ταξιδιωτική ανοησία μας.

Εγώ φεύγω, να προσέχετε.


Άραγε ….
Ποια είναι η ηθική ή - όποιας άλλης μορφής - υλική ικανοποίηση, ωθεί τον άνθρωπο, τον σύζυγο, τον σύντροφο, τον φίλο και φέρνει τη σχέση του σε ακραίες - και επικίνδυνες ως προς την ισορροπία τους - καταστάσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια ανθρώπινη σχέση δυόμισι δεκαετιών;
Ποιος εσωτερικός ψυχικός αναβρασμός τον αποδιώχνει από την «εστία» που ζουν και υπάρχουν πρόσωπα χιλιοφιλημένα κι αγαπημένα;
Ποια απωθημένα είναι αυτά που τον κάνουν να νοιώθει πιο άνετα στα κρύα σεντόνια του όποιου φτηνού ή ακριβού ξενοδοχείου, επιδιώκοντας μια επιθυμητή για τον εαυτό του αλλά αμφισβητούμενη για τους άλλος κοινωνική “αναγνώριση” ως προσδοκία ή ως ποθητό αποτέλεσμα;
Τι είναι αυτό που τον αναγκάζει να αυτοαναιρεί τις όποιες αποφάσεις του, δακρύζοντας τηλεφωνώντας σε οικείους και γνωστούς μη παραδεχόμενος ότι φταίει ο ίδιος για το επικοινωνιακό χάσμα που δημιούργησε με τη φυγή του και την απουσία του;

Ίσως …
Είναι η στερημένη παιδικότητά του που ποτέ δε την έζησε όπως ήθελε ή γιατί δεν μπόρεσαν να του την προσφέρουν τα δύσκολα χρόνια του ‘50 και του ‘60;
Είναι ο μικροπρεπής εγωισμός του που δε τον αφήνει να αφιερωθεί σε ανθρώπους, αξίες και αγάπες, μόνο και μόνο για να αποδείξει το : “είμαστε ακόμα ζωντανοί”;
Είναι η ελλιπής κοινωνική μόρφωση που δεν μπόρεσαν να του δώσουν οι χιλιοστερημένοι γονείς τα δύσκολα εκείνα χρόνια ή είναι η ανάγκη μιας ψεύτικης και εγωϊστικής αλλά επιβεβλημένης σήμερα κοινωνικής αποδοχής;

Το αποτέλεσμα …
Αυτό που οδηγεί στην κοινωνική αποξένωση, στην εσωοικογενειακή αντιπαράθεση για την επιδιωκόμενη - αν όχι απαραίτητη - υπερίσχυση του ενός φύλλου εναντίον του άλλου, σε έναν ανελέητο αγώνα για την υποτιθέμενη καταξίωση στο κοινωνικό σύνολο υποβιβάζοντας σκόπιμα τον ή την, σύζυγο, φίλο, εραστή συγγενή, γνωστό και γείτονα.

Καλή επιτυχία (στη ζωή) (editorial)

Αυτές τις μέρες, το μέλλον του τόπου ενταγμένο σε “κατευθύνσεις”, καλείται σ’ ένα δεκαήμερο παρόν να καταγράψει όσα κατάφερε να απομνημονεύσει στο πρόσφατο παρελθόν και να αποδείξει πως ο πετυχημένος ή ο αποτυχημένος είναι θέμα μορίων. Κι αυτό δυστυχώς δεν είναι υπερβολή. Είναι πραγματικότητα.

Κι ας ξέρουμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων των εξεταστικών συστημάτων είναι ο εξοντωτικός ανταγωνισμός. Ότι δε γίνεται ένας αγώνας για την απόκτηση γνώσεων, αλλά για την ήττα του αντιπάλου. Ένα πρόβλημα πού δε μπόρεσαν να εξαλείψουν οι αλεπάλληλλες αλλαγές των εξεταστικών συστημάτων πού γίνονται για τους μαθητές, χωρίς αυτούς όμως.

Αντί λοιπόν να κεραυνοβολούμε τα παιδιά πού χάνονται στην εφηβική τους σύγχυση ή τα ΜΜΕ που υποδαυλίζουν "φιλότιμα" τη σύγχυση αυτή – άς κοιτάξουμε να αποκαταστήσουμε τους λόγους για τους οποίους αξίζει στα παιδιά μας ένα καλύτερο αύριο. Ένα καλύτερο αύριο, πού μπορεί να ‘ρθεί και χωρίς την "απαραίτητη" επιτυχία στα ΑΕΙ.

Ας καθήσουμε λοιπόν να τους εξηγήσουμε πως πρέπει να φτιάξουν ένα κόσμο καλύτερο απ’ αυτόν πού βρήκαν από μάς. Ώστε πάνω του άλλες γενιές, σαν και των παιδιών μας, να χτίσουν ένα κόσμο λίγο καλύτερο. Λίγο πλουσιότερο. Όχι σε χρήμα. Όχι σε κοινωνίες πλουσιότερες στο "έχω" και φτωχότερες σε Ανθρώπους. Κοινωνίες πλούσιες μόνο σε Ανθρώπους. Έχουν δεν έχουν.

Ολόψυχα καλή επιτυχία, στις εξετάσεις, στο αύριο, στη ζωή σας.

Και μή σταματήστε να ονειρεύεστε.

Η εκτόνωση μιας καταπιεσμένης εφηβίας

Ένα σύννεφο απο δυνατά γέλια σπάει την πρωϊνή σιωπή της άδειας πλατείας περιμένοντας το λεωφορείο. Παράμερα, δυό πιασμένοι χέρι – χέρι κοιτάζουν στοργικά ο ένας την άλλη. Ένας με χοντρά γυαλιά, αλλάζει κασέτες στο γουόκ-μαν του. Μιά κοπελίτσα με τζήν και κορδέλα στα μαλλιά, έχει την κιθάρα της στα γόνατα και γρατσουνάει το Imagine. Δεν θυμάται όλα τα λόγια και ζητάει βοήθεια απ’ τους άλλους να σιγοντάρουν. Άλλες δυό πιό πέρα κρυφογελούν και δείχνουν μιά παρέα αγοριών που καυγαδίζουν για το ποδόσφαιρο.
Όλοι τους βιάζονται να πιούν μέχρι τελευταία σταγόνα τα πέντε εικοσιτετράωρα της πολυπόθητης εκδρομής. Τις πέντε μέρες της φυγής από τα γρανάζια των φροντιστηρίων και των εξετάσεων.
Τέτοιες μέρες του Απρίλη, τα αφανή θύματα της κάθε εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, λύνουν τον βρόγχο του άωρου άγχους. Επιστρέφουν στην εύφορη ανυπομονησία να μεθύσουν. Βγάζουν απ’ το μυαλό τους τις υπερπροστατευτικές προτροπές των γονιών τους. Ξαναβρίσκουν την αληθινή τους φύση ξενυχτώντας χορεύοντας πριν αρχίσουν να ξενυχτούν ξανά, αποστηθίζοντας. . . .
Αυτόν τον Απρίλη, η ιερή εκτόνωση μιάς καταπιεσμένης εφηβείας, καταπλακώθηκε από τα νοβοπάν της γενικευμένης υποκρισίας. Σ’ ένα τέτοιο φονικό δεν είναι ποτέ ένας ο δράστης. Αφήσαμε την νταλίκα της αδιαφορίας να παρασύρει τα παιδιά μας επιστρέφοντας απ’ την εκδρομή τους.
Καταφέραμε να προστατέψουμε τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Αποτύχαμε να προστατέψουμε τα παιδιά μας.
ΕΜΕΙΣ οδηγούσαμε την νταλίκα.
(Αφιερωμένο στα αδικοχαμένα παιδιά του Μακρυχωρίου που έσβησαν στα Τέμπη)

Αντί εμού

Θαρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.

Να το θυμάσαι Μαρία.

Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε κρατώντας μια σκυτάλη;

Μη βλέπεις εμένα – μην κλαίς. Εσύ είσ’ η ελπίδα.

Άκου θάρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς και δε θα βγαίνουνε έτσι στην τύχη.

Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές με γυρμένους απ’ έξω. Και τη δουλιά θα τη διαλέγουμε

Δε θάμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.

Οι άνθρωποι – σκέψου – θα μιλάνε με χρώματα κι άλλοι με νότες.

Να φυλάξεις μοναχά σε μια μεγάλη φιάλη με νερό, λέξεις σαν κι αυτές :

απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – εξευτελισμός, για το μάθημα της ιστορίας.

Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα – δύσκολοι καιροί. Και θάρθουνε κι άλλοι.

Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι απο μένα πολλά – τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω κι απ’ όσα διάβασα, ένα κρατάω καλά :

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».

Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ’ όλα αυτά Μαρία

Εκείνο που φοβάμαι πιό πολύ είναι μή γίνω "ποιητής".

Μην κλειστώ στο δωμάτιο ν’ αγναντεύω τη θάλασσα κι απολησμονήσω.

Μην κλείσουν τα ράματα στις φλέβες μου κι απο θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ

μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.

Μή με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε για να με χρησιμοποιήσει.

Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα για να κοιμίζω τους δικούς μου.

Μη μάθω μέτρο και τεχνική και κλειστώ μέσα σ’ αυτά για να με τραγουδήσουν.

Μην πάρω μεγάλα κυάλια για να φέρω πιό κοντά τις δολιοφθορές που δε θα παίρνω μέρος, μη μέ πιάσουν στην κούραση παπάδες κι ακαδημαϊκοί και πουστέψω.

Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί και την καθημερινότητα που συνηθίζεις όλα έτσι πάν, σκυλιά μας έχουν κάνει να ντρεπόμαστε την αργία περήφανοι για την ανεργία.

Έτσι είναι. Μας περιμένουν στη γωνιά καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.

Ο Μάρξ . . . τον φοβάμαι, το μυαλό μου δρασκελάει κι αυτόν

Αυτοί οι αλήτες φταίνε, δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό

Μπορεί . . . έ; . . . μιάν άλλη μέρα.

απ’ το "Ιδιώνυμο" της Κατερίνας Γώγου

Ευτυχισμένες ? γιορτές


Οι γιορτές έφτασαν. Καλούμαστε όλοι μας να αναζωπυρώσουμε το χρώμα του μανδύα, που θα ¨ντύσει¨ τον καινούριο ημερολογιακό χρόνο που είναι προ των πυλών.

Οι ευχές όμως για ειρήνη, ευτυχία και αγάπη που ανταλλάσσονται αυτές τις μέρες μεταξύ μας, επειδή λέγονται από συνήθεια, δυστυχώς ακούγονται τόσο ξένες, τόσο επιπόλαιες, τόσο γελοίες.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας και δούμε τι μας προσφέρει σήμερα ο σύγχρονος τεχνοκρατικός πολιτισμός θα δούμε ότι κατά βάθος είμαστε ένα ναυάγιο σ΄ ένα πέλαγος – συνοθύλευμα από εικόνες, λέξεις, υποσχέσεις, σ΄ ένα πέλαγος μικροσυμφερόντων και προ παντός απαιδευσιάς.

Άραγε, πόσοι κοκκινίζουμε από ντροπή ακούγοντας ότι στον ύψιστο τεχνικό πολιτισμό του σήμερα, εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από ασιτία και έλλειψη φαρμάκων; Τι νοιώθουμε, βλέποντας ή διαβάζοντας τους πολεμοχαρείς δημοσιογραφίσκους να κομπορρημονούν για τις νίκες (ανά της υφηλίου) των Αμερικανών; Πόσοι γυρίζουμε να κοιτάξουμε τα παιδιά μας με δέος όταν ακούμε για χιλιάδες σκοτωμένους σε ¨ανθρωπιστικούς¨ πολέμους;

Κατά βάθος νοιώθουμε μέσα μας μια απέχθεια την οποία όμως δεν είμαστε ικανοί να διοχετεύσουμε δημιουργικά. Να βρούμε το νόημα, τη σύνεση, τη σωφροσύνη, την απλή λογική.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Να ζήσουμε ποιητικά, να ξεφύγουμε από την πεζότητα λοιδορώντας την, να μυηθούμε στην αμφισβήτηση, την κριτική, την αντίσταση κι αν χρειαστεί στην όποια μορφή εξέγερσης.

Και μη πείτε ότι είμαι απαισιόδοξος.

Βλέπω γύρω μου πως καταντήσαν τον κόσμο οι ΄΄αισιόδοξοι΄΄ και μ΄ έκαναν να ντρέπομαι που κανείς δεν ντρέπεται.

Άνοιξη

Ανθολογεί περίτεχνα η φύση ιδιοχείρως της εποχής τους στίχους, τρυφερούς αναπαιστικούς πλέκοντας και είρωνες ιαμβικούς επιτρέποντας.

Συνεπής ο χρόνος και σύνθετος.

ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Κάποτε : υπήρχανε παντου πατήματα Ρωμιων,
παντου φωνές Ελλήνων !
Ανωνύμου του Ελληνος.

Διαχρονικά, στόν τόπο μας, οι Δημοι κι οι Κοινότητες, εδιοικουντο εκ των αρίστων Δημογερόντων. Γιαυτό ο θεσμός της τοπικης αυτοδιοίκησης είναι υπερδισχιλιετής. Σε χαλεπούς καί δυσοίωνους καιρούς, η σοφία των Γερόντων αυτων διαιώνησε τήν φύτρα μας. Διέσωσε τόν καθ΄ ημας, τρόπον του βίου, η, μέ μιά κουβέντα τήν Ρωμιοσύνη ολάκερη!
Σήμερα, οι σοφοί Δομογέροντες, εκφυλίστηκαν σ΄ ανέραστους καί δυσκοίλιους τοπικούς αρχόντους, μέ μοναδικό τους μέλημα την προβολή, το ρουσφέτι καί το κοντόθωρο συμφέρο. Ωσάν εξωγήινοι εισβολεις λοιπόν, απεμπολουν οποιοδήποτε τοπικό χρωμα, λες κι η αναφορά στις ρίζες αποτελει γιαυτούς, προπατορικόν αμάρτημα, αιδω καί καταισχύνη.
Πως μπορει να ερμηνευθει η εμφύτευση δεκάδων κοκκοφοινίκων παρά θιν αλως, ερήμην της στοιχειώδους αισθητικής καί πατριδογνωσίας, που το κλιμα του τόπου τους ξέρασε. Ποιος θα πληρώσει τιο μάρμαρο, Τις δη, θα λογοδοτήσει; Παρ΄ ολ΄ αυτά αν υπηρχαν ελάχιστες ευαισθησίες καί κάποια ψήγματα αυτογνωσίας ενας περίπατος στις εκβολές του ποταμου, στο «μπεκίρ ρέμμα» αποκαλύπτει ένα μωσαϊκό αυτοφυους καί γηγενους χλωρίδας, π΄ ανθει καί λουλουδίζει πέρα απ΄ οποια Δημοτική παρέμβαση. Εδώ ο παλιός Πανωμίτης θ΄ ανακαλέσει μνημες ιερές καί αγροτικές πρακτικές πού χαθηκαν κι ο νιός θα μείνει εννεός μπρός στο μέγεθος της αγνωστης φυοποικιλίας. Ο αγαθός πεζολάτης λοιπόν αντικρύζει την ασκαμνιά, την αγριοδαμασκηνιά, την αγριελιά, την βατσινιά, την αγκορτζιά, τ΄ αρμυρίκι, τ΄ ασπαλάθια, αγράμπελες διάφορες καί όχι μόνο.
Ορίστε λοιπόν, φιλογενεις Δημογέροντες μιάν ανέξοδη πρόταση πράσινης αναβάθμισης του αιγιαλου, ανα δεικνύωντας παράλληλα την εν πολλοις, αγνωστη γηγενη μας χλωρίδα! Ο πυρηνας του Φαναριου κι η γλωσσα της σύρτης, αποτελουν έναν ανεπανάληπτο τάπητα αυτοφυους πανδαισίας χρωμάτων, σχημάτων κι αρωμάτων. Θωρεις τον καμαρωτό ασφόδελο, το σπερδουκλι, το ταπεινό καί φαρμακευτικό χαμαίμηλο, το κρινάκι, το πελαργόνι, τα΄ ωριοφουντο φλαβουνι……!
Πουναι ωρέ Λεβέντες οι περισσές παιδευτικές ευαισθησίες των δασκάλων; Ξεχωρίζει κάποιος στο βάθος της διδακτικης εμπειρίας, την βιωματική γνωσι. Ορίστε λοιπόν φιλόμουσοι πεπαιδευτές των νέων μας, «πεδίον δόξης λαμπρόν».
Όλα αυτά θα μπορουσαν ν΄ αποτελέσουν αναπτυξιακό μπούσουλα. Το Camping κι η παραλία της Πανωμης, ο ορμος με την τεράστια ιστορική του φόρτιση πού σήμερα χειμάζεται καί βρυκολακιάζει, θα μπορουσαν ν΄ αναστηθουν εφ΄ οσον οργανώναμε ένα μουσειο ενάλιου πλούτου, ισως έναν βοτανολογικό περίπατο, μιάν απόπειρα διάσωσης καί προβολή της μακραίωνης παραδοσιακης αμπελουργίας. Ισως η μετατροπή του αλιευτικου καταφυγίου, σε μαρίνα ελλιμενισμου πολυτελων θαλαμηγων. Ν΄ αναδειχτει το τελωνειο πού το ροκανίζουν καιρικές συνθηκες καί ανθρώπινες σκοπιμότητες, πού εδράζονται στις λογης πολιτειακές αγκυλώσεις καί τις μύριες οσες ανεπάρκειες.
Απαντες κονταροχτυπιόμαστε με πρότυπα αλλογεν΄γ καί ξένα προς τα καθ΄ ημας. Προσουτο αντί του παστουρμα!, ουϊσκυ κι όχι ρακές, ψιλοκομένο αραχνοϋφαντο Σκανδιναβικό σολωμό «σαλμό», εναντι μιας πάμφθηνης παστης σαρδέλας!, χαβιάρι «μπελουγκα» κι όχι ντόπιο λιόκαφτο τοπανιου.
Εκποιήσαμε τον πολιτισμό των γεύσεων.
Την ταπεινή ωστόσο μέγιστη Μεσογειακή δίαιτα!
Δαιμονοποιήσαμε την οσφρηση, αποστειρώνοντας το σύγχρονο νυκοκυριό, από κάθε ειδους μυρουδιά. Να παραπαιει λοιπόν, ενας εξωνημένος Γιάπης η μια αποπροσανατολισμένη Γιάπισα, στην οσμή του σκόρδου, του κρόμμυου, της τσίκνας …της κνίσας, που διαχρονικά αποτελουσε καί αποτελει σπονδή καί νέκυϊα στους προσφιλεις Κεκημοιμένους.
Ελάχιστοι γνωρίζουν τον Ιρλανδό, Jeims Joyes, αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος συγραφέας του 19ου αιωνος. Βαρέθηκε ο ερίφης, τ΄ ατέλειωτα ντουμάνια του νησιου του καί τις ασταμάτητες εριδες των συμπατριωτων του καί ροβόλησε κατά την νοτιά, στο Μεσογειακό φως. Στην Τεργέστη, στο μπακάλικο ενός Ρωμιου σπεντιτόρου εγινε μπακαλόγατος. Μυήθηκε στον Ελληνικόν τρόπο του βίου. Να τρώει λοιπόν : φασόλια, ροβύθια, σκόρδα καί κρομμύδια, να πίνει Γιαννιώτικη γκράπα, ηγουν τσίπουρο ανευ γλυκάνισου καί να ξυγράφει τον «Οδυσσέα». Να μπατάρειι μονόπαντα, ανασηκώνοντας το δεξί μερί του δίνοντας διέξοδο στα παραγώμενα υποξείδια της εδρας!... Κι αποτελει ο Οδυσσέας, κορυφαιο εργο της διεθνους γραμματείας.
Εμεις, στον βωμό ενός ανερμάτιστου, στείρου κι ακατανόητου μιμητισμου, συλήβδην απορρίπτουμε, αισθητική, ακούσματα, γεύσεις καί συνήθειες που ζυμωθηκαν καί μεταπλάστηκαν, μέσα από το λαϊκό θυμικό, ΄δω καί χιλιάδες χρόνους. Αιφνης, χρήζει ψυχολογικης ερμηνείας, τα΄ απωανατολίτικο κιόσκι κάπου στον Ποταμό. Εκτός κι αν εγινε αδελφοποίηση μεταξύ Θιβέτ καί Πανωμης καί στήθηκε τιμης ενεκεν! Κι η Παγόδα, λες καί υπάρχουν Ταοϊστές, τι αισθητική κομίζει; Κι ο τεράστιος φοίνικας σ΄ ένα κεντρικό σοκάκι του χωριου ν΄ ανακαλει πρόσφατες μνημες για τον τρόπο εκτροφής των κουκουλιων!
Συντοπίτες η αδιαφορία κι οι ατυχεις μας επιλογές λαβώνουν κι ακρωτηριάζουν ανεπανόρθωτα την γενέθλια Γη! Εδώ δεν χωρει η αθλια πελατειακή σχέση, δημοτικου αρχοντα καί σταυροδότη. Εδώ χωρουν, οι ικανότητες, οι ευαισθησίες, το ΄ξάστερο πνευμα, το μεράκι κι οι λυσιτελεις προτάσεις.
Των Ελλήνων οι κοινότητες, είναι παρουσες καί ζέουσες. Αποτελουν πλέον θεσμό. Δημιουργήθηκαν απ΄ ερωτικούς ανθρώπους πουθελαν την προκοπή καί προβολή των τόπων τους, όχι μέσα από τις οποιες χρεωκοπημένες πανηγυρτζίδηκες – τουριστικές πρακτικές, αλλά αναδεικνύωντας τους τόπους των με περισσές ευαισθησίες καί πλέριες ρομαντικές διαθέσεις! Το Νυμφαιον, τα΄ Αμπελάκια, τα Ζαγοροχώρια, οι Πηλιορίτικες Κοινότητες, η Ια της Σαντορίνης, το Κοινόν των Λιτοχωριανων, η Μαυρομάτα των Αγράφων, ο Λυχνοστάτης στ΄ ακρωτηρι του Ηρακλείου της Κρήτης.
Εμεις αφεθήκαμε σε κάποια θαλασσινά μπαράκια με την αισθητική των Ινδιάνων της Β. Αμερικης καί κάποια κιόσκια μ΄ εξωνημένη απωανατολίτικη επίνευση.

Δισολύμπιος

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ

8-8-2003 : Έφυγε ο συγγραφέας της ανθρωπιάς και της ελπίδας – έφυγε ο «αιώνιος έφηβος»

«Η ζωή είναι βέβαια να τη ζεις, όχι να τη ταριχεύεις με τυπογραφικό μελάνι. Αν συναρμολογούμε την αυτοβιογραφία μας σε μερικές ψυχρές σελίδες, ηχεί ως προμήνυμα προαναγγελθέντος θανάτου, φυσικού αλλά και πνευματικού και ψυχικού». Ο Αντώνης Σαμαράκης κατόρθωσε και να τη ζήσει τη ζωή του με την ένταση και το πάθος που του χάρισε το χαρακτηρισμό «ο αιώνιος έφηβος» και να την περιγράφει με τυπογραφικό μελάνι χωρίς βεβαίως να την ταριχεύει. Η πορεία αυτή ξεκινάει στις 16/8/1919 στην Αθήνα με τη γέννησή του. Ήδη στα 11 του χρόνια, μαθητής του 12ου Δημ. Σχολείου, γράφει ποιήματα. Μια σοβαρή αδενοπάθεια τον καθηλώνει για μήνες στο κρεβάτι κι έτσι περνά τον καιρό του διαβάζοντας με πάθος Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Όταν ξεπερνά το πρόβλημα της υγείας του, γράφεται στο γυμνάσιο του Βαρβάκειου. Σχεδόν ταυτόχρονα γίνεται μέλος της αριστερής οργάνωσης «Κοινωνική Αλληλεγγύη». Πιό έντονες από τις πολιτικές του ανησυχίες είναι και οι λογοτεχνικές. Το 1933 δημοσιεύει στο περιοδικό «Ξεκίνημα» το ποίημά του «Ο Θάνατος». Από το Βαρβάκειο αποφοιτά με άριστα και προσλαμβάνεται στο Υπουργείο Εργασίας. Θα παραιτηθεί ένα χρόνο αργότερα μη μπορώντας ν’ αντέξει το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά. Το 1937 γράφεται στη Νομική σχολή των Αθηνών. Τελειώνει το Πανεπιστήμιο το 1941 και για να ζήσει αναγκάζεται να δουλέψει εργάτης στη λαχαναγορά. Η γνωριμία του με το Μάρκο Αυγέρη τον κάνει να αποφασίσει να γίνει μέλος του ΕΑΜ. Το 1943 συμμετέχει στη μεγάλη αντιναζιστική διαδήλωση, όπου συλλαμβάνεται και οδηγείται στην Ασφάλεια. Εκεί ξυλοκοπείται άγρια. Ένα χρόνο αργότερα συλλαμβάνεται ξανά στην Καρδίτσα, που βρισκόταν για υπόθεση της Αντίστασης αλλά κατορθώνει να ξεφύγει και κρύβεται μέχρι την απελευθέρωση σε μια αποθήκη έξω απ’ την Αθήνα.

Το πρώτο του βιβλίο «Ζητείται Ελπίς» εκδίδεται το 1954, τότε που τα μεγάλα οράματα και οι ελπίδες είχαν ανάγκη από μια ανάλογη λογοτεχνική υποστήριξη. Το τυπώνει με δικά του έξοδα γι αυτό δουλεύει και τα βράδυα σαν διορθωτής κειμένων. Νοέμβριο του 1959 κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Σήμα Κινδύνου», Νοέμβριο

του ’61 η συλλογή διηγημάτων « Αρνούμαι» για την οποία θα βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. Νοέμβριο του ’65 θα κυκλοφορήσει «Το Λάθος» που θα κάνει μεγάλη αίσθηση και θα τιμηθεί με το Βραβείο των Δώδεκα και αργότερα και στη Γαλλία με το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Το 1970 η χούντα του απαγορεύει την έξοδο από τη χώρα «δια λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίου συμφέροντος». Ήδη απο το 1963, ζεί μετην Ελένη Κουρεμπανά η οποία θα μείνει σύντροφος και συνοδοιπόρος του μέχρι τέλους.

«Σήμα Κινδύνου», «Ζητείται Ελπίς», «Λάθος», «Αρνούμαι». Ακόμα και οι τίτλοι των βιβλίων του είχαν δύναμη επικοινωνίας, ήταν ξεκάθαρα, ευκολοδιάβαστα μηνύματα που άνοιγαν δρόμους και εμψύχωναν

Νοέμβριο όπως συνήθιζε, του 1973, κυκλοφορεί η συλλογή «Το Διαβατήριο» κι ένα χρόνο αργότερα ο σκηνοθέτης Fleischmann γυρίζει σε ταινία «Το Λάθος» που γνωρίζει μεγάλη και διεθνή επιτυχία. Μεγάλη επιτυχία γνωρίζει επίσης και με τη βράβευσή του απο τη διοργάνωση Europalia για το σύνολο του έργου του.

Συνεχίζει βέβαια να γράφει και το ’92 κυκλοφορεί η συλλογή «κόντρα», το ’96 μια εκδοχή της αυτοβιογραφίας του, το ’98 το μυθιστόρημα «Εν Ονόματι» και 2000 το «1919» που είναι και το τελευταίο του δημοσιευμένο γραπτό.

Ο χαρακτηρισμός «πολυβραβευμένος» δεν είναι ικανός να περιγράψει το πλήθος των διακρίσεων και των τιμών που είχε δεχτεί ο Αντώνης Σαμαράκης. Μια άλλη σημαντική πτυχή της προσωπικότητάς του ήταν η αγάπη του για τα παιδιά. Σαν πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNESCO για τα παιδιά του κόσμου, είχε ταξιδέψει μέχρι και την Αιθιοπία προσφέροντας ό,τι μπορούσε. Κι ας μη ξεχνάμε ότι υπήρξε ένας από τους εμπνευστές και θερμότατους υποστηρικτές του θεσμού της «Βουλής των Εφήβων».

Ας τον θυμόμαστε νεότερο και ακμαιότατο όπως και κατάφερνε πάντα να φαίνεται χάρη στο τεράστιο χιούμορ και τη ζωντάνια που διέθετε.

"Ιδεορδρόμιο"

Παύλος Σιδηρόπουλος - που να γυρίζεις

Γεννημένος στις 27 Ιουλίου του 1948, από γονείς που ανήκαν στην αστική τάξη, ο Παύλος ζει την αντίφαση του αριστερού εργοσταρχιάρχη πατέρα. Ο Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και μέχρι τα εφτά του χρόνια έζησε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του, ο Κώστας Σιδηρόπουλος, είχε έρθει από τον Πόντο και κατέληξε στην Αθήνα, όπου άνοιξε εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού για φωτογραφίες, απασχολώντας περίπου είκοσι άτομα. Η μητέρα του, Τζένη, ήταν αδελφή του Ροδάμανθου Αλεξίου. Αρκετές φορές η Γαλάτεια Καζαντζάκη (σύζυγος του Νίκου)είχε πάρει στην αγκαλιά της το μικρό Παύλο σε επισκέψεις της στο σπίτι.

Πέρασαν δεκατέσσερα περίπου χρόνια κιόλας από την ημέρα που ο «πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ μετανάστευσε για τη μεγάλη μπάντα του Παράδεισου. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έφυγε χωρίς να μπορέσει να νιώσει την ικανοποίηση της σποράς που έπιασε. Γιατί είναι κοινό μυστικό ότι το ελληνικό ροκ διανύει την καλύτερη περίοδό του.

Ο Παύλος δεν έφυγε από την ηρωίνη. Η ηρωίνη ήταν το μέσο. Ο θάνατος της μητέρας του ήταν το γεγονός που του στοίχισε αφάνταστα, ήταν το γεγονός που τον ξανάριξε στην πρέζα,

Ο Σιδηρόπουλος, όπως και όλοι οι νεκροί ήρωες του ροκ, άθελά του δημιούργησε ένα μύθο, Ένα μύθο προς εκμετάλλευση. Στο μύθο όμως πάντα ξεχνιέται το ανθρώπινο στοιχείο. Και ο Παύλος, για όσους τον γνώριζαν από κοντά, ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Παράλληλα, όμως, ήταν και ο καλλιτέχνης εκείνος που μίλησε στη γενιά του (και όχι μόνο) με τη σκληρή γλώσσα της πραγματικότητας, χωρίς να πιπιλήσει τα αφτιά με ωραιοποιημένα μηνύματα, που θα τον έκαναν εμπορικότερο.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του Παύλου φαντάζει (και είναι) αρκετά περίεργη, Ο Παυλάκης απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα και οι δίσκοι του μπήκαν σε χιλιάδες σπίτια. Τα περιοδικά και γενικότερα τα ΜΜΕ, που πολλές φορές τον λοιδορούσαν, τώρα τον χαϊδεύουν. Ίσως γιατί δεν είναι πια επικίνδυνος.

Το σώμα του Παύλου έπαψε να υπάρχει, υπάρχει όμως το έργο του και θα μιλάει διαχρονικά.

Αντώνης Παρταλιός

Πετρόπουλος : ο λαογράφος του περιθωρίου.

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ :
ΠΕΘΑΝΕ Ο ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ

«Ο πεθαμένος άνθρωπος είναι ένας πολύτιμος λίθος» : Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

«Οι αναίσθητοι με ρωτούν : -γιατί δε γυρίζετε στην Ελλάδα;

Βεβαίως τυγχάνω υποχρεωτικά Έλλλην αλλά η χώρα μου με κουρελιάζει. Δε θάθελα να ξαναπατήσω στην Αθήνα. Και είπα στη γυναίκα μου : - όταν ψοφήσω εδώ στο Παρίσι, να κάψεις το κουφάρι μου στο κρεματόριο και να ρίξεις τις στάχτες στον υπόνομο. Τέτοια είναι η διαθήκη μου».

Στο τέλος της επίγειας διαδρομής, ο Ηλίας Πετρόπουλος έχει αποφύγει οριστικά κάθε ενδεχόμενη μεταθανάτια εμπλοκή με το κράτος των «νεοελλήνων» (εθνονύμιο που χρησιμοποιούσε πάντα) το οποίο κατά κάποιο τρόπο απεχθάνονταν.

Γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και τουρκολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού. Είχε δάσκαλο τον Πεντζίκη και φίλους τον Μόραλη, τον Μπόστ, τον Τσιτσάνη και τον Τσαρούχη.

Μέσα από τα βιβλία του περιγράφεται ο ελληνικός λαός όπως αυτός τον έβλεπε.

Τον εξέφραζε ο χαρακτηρισμός «λαογράφος» κι όπως έλεγε κι ο ίδιος : «ο φτωχικός χαρακτηρισμός λαογράφος μου φτάνει και μου περισσεύει. Γιατί είναι και στενός και φαρδύς. Η λαογραφία είναι μιά απέραντη επιστήμη που αγγίζει πολλές άλλες επιστήμες και κυρίως την υψηλή πολιτική».

Πάντα εναντίον του κατεστημένου και των αστικών αξιών, διακατέχονταν από ακραία αισθήματα και καταπιάστηκε με ότι οι άλλοι περιφρονούσαν (από τα μπουρδέλα ως το χασίς, τον τούρκικο καφέ, τη φουστανέλα, τη φασουλάδα, την τραγιάσκα, τις σιδεριές, το μουστάκι). Με την πρόφαση ενός «αθώου» λαογραφικού θέματος έβγαζε στο προσκήνιο ένα τεράστιο κοινωνικό, πολιτικό και ηθικό θέμα πάνω στ’ αγκάθια της αλήθειας. Στις ποικίλες λαογραφικές, ιστοριογραφικές, φιλολογικές και τεχνοκριτικές αναζητήσεις και διατυπώσεις του, δε βαριόσουν ποτέ το στυλ, τη θεματολογία και την εκφραστική δύναμη των κειμένων του

Αναμασούσε τα λόγια του Kafka : "Ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας". Φανταστείτε πόσες παγωμένες θάλασσες έσπασε με τα ογδόντα βιβλία που άφησε πίσω του και μια τεράστια αρθρογραφία - περίπου 1.000 άρθρα - σε εφημερίδες και περιοδικά.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένους τίτλους βιβλίων του :

Ρεμπέτικα τραγούδια - Παροιμίες του υποκόσμου – Καλιαρντά - Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη - Ιστορία της καπότας - Ο Κουραδοκόφτης - Ελλάδος κοιμητήρια.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, αυτό το «τέρας μνήμης και αντοχής» δούλευε ακατάπαυστα, μέχρι να χάσει τη μάχη με τον καρκίνο, σε ένα μικρό γραφείο στην οδό Μουφτάρ στο Παρίσι. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δεί δημοσιευμένο το μνημειώδες έργο του «Ελλάδος Κοιμητήρια» το οποίο έγραφε, μελετούσε και σελιδοποιούσε, όπως συνήθιζε, μόνος του τα τελευταία δέκα χρόνια. Ο 75χρονος συγγραφέας έφυγε την Τετάρτη 3/9/2003 χωρίς να αξιωθεί να δεί ούτε μια ουσιαστική μελέτη για την αποτίμηση του έργου του.

« . . . Η λαογραφία είναι σαν λάστιχο. Την τανίζεις όπου θές. Πάνω, κάτω, αριστερά, δεξιά. Με τα λαογραφικά μου βιβλία περιγράφω τον ελληνικό λαό όπως τον βλέπω. Με τα ποιήματα κυμματίζω εντός μου. Ο συγγραφέας που έχει ελεύθερα τ’ αρχίδια του, έχει ελεύθερο και το μυαλό του. . . . Και τώρα πρίν πεθάνω, θέλω να ξεράσω αυτό που έγινα.

Μεταξύ αρετής και κακίας, διαλέγω την κακία. Μεταξύ ηδονής και ηθικάς, διαλέγω την ηδονή. Μεταξύ Θεού και Διαβόλου, διαλέγω τον τρισκατάρατο Εωσφόρο. Το κακό είναι δημιουργικό».

Εις μνήμην Τζων Μπελούσι

Ένα πράγμα μπορούμε να υποθέσουμε με μεγάλη βεβαιότητα.
Αν ο Τζων Μπελούσι είχε την ατυχία να γεννηθεί και να μεγαλώσει στην Ελλάδα στη δεκαετία του 90, δεν θα είχε ελπίδες να διακριθεί για το εξαιρετικό κωμικό ταλέντο του, αλλά πιθανότατα θα γινόταν ένας προικισμένος μπετατζής.
Για τον απλό λόγο ότι ο Τζων Μπελούσι ήταν Αλβανός.
Ο Τζων Μπελούσι γεννήθηκε στο Σικάγο στις 24 Ιανουαρίου 1949 και ήταν το πρώτο παιδί του Άνταμ και της Άγκνες Μπελούσι. Ο πατέρας Μπελούσι είχε μεταναστεύσει από την Αλβανία στην Αμερική το 1934. Μετά από σκληρή δουλειά απέκτησε δύο εστιατόρια στα περίχωρα του Σικάγο. Το μεγάλο του όνειρο ήταν να δει τον πρωτότοκο γιο του διάδοχο στην οικογενειακή επιχείρηση. Όμως ο Τζων σκεφτόταν διαφορετικά και είχε άλλου είδους φιλοδοξίες. Δεν λέω, τον βοήθησε κι’ η τύχη αφού το Κολέγιο του Χουίτον έπεφτε κάπως μακριά από τη Νέα Μηχανιώνα.
Στο Χουίτον ο Τζων ήταν εξαιρετικά δημοφιλής ως αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας και ως επικεφαλής του κολεγιακού θεατρικού θιάσου. Ήταν ακόμη πολύ προικισμένος ντράμερ σταθερό μέλος της μπάντας του κολεγίου.
Τελειώνοντας το κολέγιο στα 1967 ο Τζων γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν, το οποίο εγκατέλειψε το 1968 για να πάει στο Κολέγιο Ντυπάζ απ’ όπου αποφοίτησε το 1970 παίρνοντας το πτυχίο Γενικών και Καλλιτεχνικών Σπουδών. Απ’ το σημείο αυτό η καλλιτεχνική πορεία του Τζων Μπελούσι επιταχύνεται μέχρι να φθάσει σε σημείο απογείωσης. Από το 1971 συνδέεται και γυρίζει σ΄ολη την Αμερική με τον πολιτικά ριζοσπαστικό περιοδεύοντα θίασο Σέκοντ Σίτυ του Σικάγο ενώ σύντομα αναδεικνύεται σε πολύ πετυχημένο παρουσιαστή ραδιοφωνικών χάπενινγκ. Το 1975 ο Τζων Μπελούσι εισβάλει κυριολεκτικά στην τηλεόραση με το καταπληκτικό όπως λέγεται Saturday Night Live. To show αυτό κάτω από την καθοδήγηση του Μπελούσι άφησε εποχή στην Αμερικάνικη τηλεόραση με το ανατρεπτικό χιούμορ, το ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο περιεχόμενο των σχολίων του, τα εξωφρενικά θεατρικά επεισόδια και την προοδευτική τζαζ, μπλουζ και σόουλ μουσική του. Μεταγενέστερα επεισόδια αυτού του show έφτασαν και στη χώρα μας στα μέσα της δεκαετίας του 90, μετά το θάνατο του Μπελούσι, χωρίς όμως την κυριολεκτικά απίστευτη παρουσία του.
Στα 1978 ο Τζων Μπελούσι εμφανίζεται για πρώτη φορά στον κινηματογράφο στην ταινία Goin’ South του Τζακ Νίκολσον σε έναν μάλλον ασήμαντο ρόλο. Όμως εκεί τον πρόσεξε ο σκηνοθέτης Τζων Λάντις με αποτέλεσμα να του δώσει αρχικά έναν μικρό αλλά πολύ πετυχημένο ρόλο στην ταινία National Lampoons Animal House και αμέσως μετά, το 1980, τον καταπληκτικό ρόλο του Joliet Jake που μαζί με τον κολλητό του Elwood Blues (Νταν Αϋκρόυντ) λατρέψαμε στην ταινία The Blues Brothers. Ο Jake και ο Elwood με τα μαύρα κουστούμια, τις λεπτές γραβάτες, τα καβουράκια και τα μαύρα Rayban έμειναν στη μνήμη μας σαν δύο τύποι γεμάτοι ανθρωπιά και χιούμορ μέσα στη σκληρή καθημερινότητα της Αμερικάνικης πόλης, της κάθε πόλης .Η ταινία αυτή έκανε πάταγο ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Κατά τη γνώμη μου, περιγράφοντας με ρεαλιστικό και ελκυστικό τρόπο την ατμόσφαιρα που περιβάλλει τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας ορχήστρας του μπλουζ, συνέβαλε αποφασιστικά στη διάδοση αυτής της μουσικής στην Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες 80 και 90. Δεν μπορεί να είναι άσχετο το γεγονός της δημιουργίας ενός σημαντικού αριθμού μπλουζ συγκροτημάτων στη χώρα μας από το 1980 και μετά.
Στο απόγειο της καριέρας του ο Τζων Μπελούσι δεν έχασε καμιά από τις ποιότητες του χαρακτήρα του. Παρέμεινε ανοιχτόκαρδος, ταπεινός και γενναιόδωρος. Βοήθησε με κάθε τρόπο ιδρύματα προστασίας αστέγων, μεταναστών, ορφανών και κακοποιημένων γυναικών, αποφεύγοντας κάθε δημοσιότητα για τις ενέργειές του αυτές και στήριξε οικονομικά φίλους, γνωστούς και συγγενείς του.
Μετά το 1979 ακολούθησαν οι ταινίες: «1941» με τον Νταν Αϋκρόυντ (οικονομική αποτυχία) , «Continental Divide» (γενική αποτυχία) και «Neighbors» πάλι με τον Αϋκρόυντ ενώ στις αρχές του 1982 ο Τζων άρχισε να δουλεύει το σενάριο μιας νέας ταινίας με τίτλο «Noble Rot».
Ο Τζων Μπελούσι ποτέ δεν υπήρξε οπαδός του παν μέτρον άριστον. Συνήθιζε να μεταφέρει τους ακραίους ρόλους του από τη σκηνή στην καθημερινή του ζωή. Έτρωγε και έπινε ανεξέλεγκτα αλλά κυρίως δοκίμαζε και χρησιμοποιούσε κάθε δυνατό συνδυασμό μαλακών και σκληρών ναρκωτικών και διεγερτικών.
Στις 5 Μαρτίου 1982 βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση κοκαΐνης και ηρωίνης στο ξενοδοχείο όπου έμενε στο Δυτικό Χόλυγουντ.
Σήμερα 22 χρόνια από το θάνατό του η μνήμη του Τζων Μπελούσι έχει εμπορευματοποιηθεί σε σημείο αηδίας.
Όμως, πέρα από το εκτεταμένο εμπόριο αφισών, φωτογραφιών (ντυμένων και γυμνών), DVD με τηλεοπτικά του επεισόδια παιγμένα και άπαιχτα, μπλουζάκια και στολές Blues Brothers, βιβλία ανεκδότων, βιβλία χειρομαντικής, βιβλία για τα «πραγματικά» αίτια του θανάτου του και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου, εμείς θα κρατάμε στη μνήμη μας τον Jake, τον καλόψυχο μάγκα του Blues Brothers που με σηκωμένο φρυδάκι και πονηρό ματάκι θα μας τραγουδάει «sweet home Chicago» εις τους αιώνας….

για τον John Belushi : Τάσος Αναστόπουλος - 8/4/04